Ιερή παρέμβαση Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, Νικήτα, για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Με επιστολή στον Βρετανό πρωθυπουργό, Ρίσι Σούνακ

Τα Γλυπτά του Παρθενώνα και το θέμα της επιστροφής τους βρίσκονται επανειλημμένα στο προσκήνιο – ίσως περισσότερο από ποτέ.

Δείχνουν ώριμες πια οι συνθήκες για κάποιας μορφής συμφωνία, πόσω μάλλον που όλο και περισσότερα κράτη υποστηρίζουν ότι τα έργα τέχνης που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από τις χώρες προέλευσής τους, πρέπει να επιστρέψουν σε αυτές.

Σε αυτήν τη συγκυρία, κρίνεται βαρύνουσας σημασίας η παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου
Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, Νικήτα: με επιστολή στον Βρετανό πρωθυπουργό, Ρίσι
Σούνακ, ζητεί την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα από τη Βρετανία, εξετάζοντάς τα ως ξεχωριστή περίπτωση.

«Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης παγκόσμιας συζήτησης σχετικά με πολιτιστικά κειμήλια που αποκτήθηκαν κάτω από αμφιλεγόμενες συνθήκες, το ενδιαφέρον επαναστρέφεται στα υπέροχα
Μαρμάρινα Γλυπτά που αφαιρέθηκαν από τον Παρθενώνα στις αρχές του 19ου αιώνα και σήμερα βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Αυτά τα κειμήλια, που περιλαμβάνουν περίπου το μισό διάζωμα που κάποτε κοσμούσε τον Παρθενώνα, αντανακλούν την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα της Αθήνας στη χρυσή εποχή της. Ανήκουν στην Ελλάδα». Και συνεχίζει: «Ανεξάρτητα από την κατεύθυνση αυτής της ευρύτερης παγκόσμιας συζήτησης, θα ήθελα να σας παροτρύνω να εξετάσετε τα Γλυπτά του Παρθενώνα ως μια ξεχωριστή περίπτωση, που απαιτεί μια τολμηρή και προοδευτική λύση που θα βελτίωνε ιδιαιτέρως τις σχέσεις ανάμεσα στους Έλληνες, τους Βρετανούς και όλους όσοι εκτιμούν την ελληνική κληρονομιά».

Ενιαίο μνημείο

«Όπως γνωρίζετε, τα Γλυπτά που βρίσκονται σήμερα στο Λονδίνο αποτελούσαν μέρος ενός ενιαίου μνημείου, το οποίο κατακερματίστηκε (περιγράφηκε ακόμη και από τους δράστες του ως “κάπως βάρβαρη’’) ύστερα από ιδιωτική πρωτοβουλία ενός διπλωμάτη, κάτι που θα ήταν αδιανόητο να συμβεί σήμερα, και που αμφισβητήθηκε έντονα ακόμα και την εποχή εκείνη».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιστολή και για την ευαισθησία με την οποία αντιλαμβάνεται την άλλη πλευρά, αλλά και για την εμπράγματη αισιοδοξία για μια λύση αμοιβαίας αποδοχής, η οποία θα ενίσχυε την παγκόσμια αναγνώριση προς το Βρετανικό Μουσείο: «Ως κάτοκοι του Ηνωμένου Βασιλείου σεβόμαστε το Βρετανικό Μουσείο ως κέντρο ακαδημαϊκής αριστείας και κατανοούμε τη φιλοδοξία του να παρουσιάσει τη μεγαλοπρέπεια της παγκόσμιας ιστορίας (…).

Ωστόσο, μαζί με πολλούς Βρετανούς επιστήμονες, προσωπικότητες του πολιτισμού, πολιτικούς και απλούς πολίτες, πιστεύουμε ότι η παγκόσμια αναγνώριση του Μουσείου θα ενισχυόταν και δεν θα μειωνόταν, εάν πραγματοποιούνταν η επιστροφή των Γλυπτών στην Αθήνα.

Όπως ο νόμος τροποποιήθηκε για να καταστήσει δυνατή την αποκατάσταση των έργων τέχνης που κατασχέθηκαν από τους ναζί, δεν είναι αδύνατο -με καλή θέληση- να βρεθούν νομικές λύσεις που θα διευκόλυναν την αποκατάσταση της ολότητας αυτού του μοναδικού διαζώματος».

 

*Γιώργος Βαϊλάκης/Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Απογευματινή την Παρασκευή 24 Μαρτίου