Ο Ερντογάν βάζει «φωτιά» στο ΝΑΤΟ – Το διπλωματικό παρασκήνιο και ο κίνδυνος γενικευμένης κρίσης

Με τον πληθωρισμό στο 66,9% και αντιμέτωπος με εκλογές το επόμενο καλοκαίρι, θα κάνει τα πάντα για να κερδίσει το χαμένο έδαφος, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι τα αιτήματά του αποτελούν «πυροτέχνημα»

Μετά τον αρχικό αιφνιδιασμό της Δύσης σχετικά με τις αντιρρήσεις της Τουρκίας για ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προχώρησε ένα βήμα παρακάτω, ανοίγοντας τη «βεντάλια» των απειλών του και διαμηνύοντας πως δεν έχει νόημα να στείλουν οι δύο χώρες αντιπροσωπείες στην Άγκυρα για να τον πείσουν για το αντίθετο.

Την Τετάρτη, ο τούρκος πρόεδρος αύξησε τις απαιτήσεις του, όπως τις παρουσίασε τουλάχιστον σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα, και μπλόκαρε -έστω και σε αρχικό στάδιο- την ένταξη των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ, εκτροχιάζοντας τις ελπίδες τους για ταχεία συμπερίληψη στη νατοϊκή «ομπρέλα».

Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε τη Δευτέρα, έθεσε δύο βασικά αιτήματα: να σταματήσουν η Φινλανδία και η Σουηδία την υποτιθέμενη υποστήριξή τους προς το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), το οποίο η Τουρκία θεωρεί τρομοκρατική οργάνωση, και να άρουν την απαγόρευση εξαγωγών όπλων που επέβαλαν τον Οκτώβριο του 2019 μετά την τουρκική εισβολή στη βόρεια Συρία.

Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η παρέμβαση του Ερντογάν θα μπορούσε να περιπλέξει την κατάσταση στο ΝΑΤΟ για αρκετό διάστημα και να οδηγήσει σε ημέρες με πλούσιο διπλωματικό παρασκήνιο καθώς τόσο η Συμμαχία όσο και τα νέα υποψήφια μέλη θα επιχειρήσουν να αλλάξουν τη στάση των Τούρκων.

Αποτελεί τώρα καθήκον των διπλωματών της συμμαχίας να διαπραγματευτούν με τον Ερντογάν και να εξετάσουν το ενδεχόμενο τίμημα που θα πρέπει να καταβληθεί για να υποχωρήσει ο τούρκος πρόεδρος, καθώς και να αποτρέψουν γενικευμένη κρίση του ΝΑΤΟ.

Η υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας, Αν Λίντε, αρχικά νόμιζε ότι κάτι είχε… χαθεί στη μετάφραση, αφού κυκλοφόρησαν στον τουρκικό Τύπο φερόμενες δηλώσεις της ότι οι Τούρκοι θεωρούν όλους τους Κούρδους τρομοκράτες. Η Λίντε δήλωσε την Κυριακή ότι δεν είχε κάνει ποτέ αυτές τις δηλώσεις, δεν είχε συναντηθεί ποτέ με το PKK και δεν θα το έκανε.

Ήταν συγκρατημένα αισιόδοξη ότι η όποια παρεξήγηση θα μπορούσε να λυθεί, αλλά μέχρι την Τετάρτη ήταν σαφές ότι οι διαβεβαιώσεις της δεν έπεισαν τον Ερντογάν.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της Φινλανδίας, Σάουλι Νιινίστο, δήλωσε ότι μίλησε με τον Ερντογάν πριν από ένα μήνα και ότι δεν προβλήθηκε κανένα από τα τρέχοντα αιτήματά του. Λέγεται, επίσης, ότι δεν είχε σταλεί καμία έγκαιρη προειδοποίηση από τον πρεσβευτή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, Μπασάτ Οζτούρκ.

Ζει στα όρια

Ο Jonathan Eyal, αναπληρωτής διευθυντής της δεξαμενής σκέψης Rusi, δήλωσε ότι ο Ερντογάν «ζει στα όρια». «Πολλά από τα αιτήματά του σχετικά με το PKK αποτελούν μέρος μιας γνωστής τουρκικής θέσης. Ωστόσο, έχει και εσωτερικούς λόγους για να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στην Αμερική. Η οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση και η δημοτικότητά του σε ιστορικό χαμηλό».

Με τον πληθωρισμό στο 66,9% και αντιμέτωπος με εκλογές το επόμενο καλοκαίρι, θα κάνει τα πάντα για να κερδίσει το χαμένο έδαφος, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι τα αιτήματά του αποτελούν «πυροτέχνημα».

Τη Δευτέρα, το τουρκικό υπουργείο Δικαιοσύνης προσδιόρισε έξι φερόμενα ως μέλη του PKK που ζητά από τη Φινλανδία να εκδοθούν, καθώς και έντεκα από τη Σουηδία. Σε αυτούς προστίθενται τα άτομα που κατηγορούνται από την Τουρκία ότι υποστήριζαν τον ιερωμένο Φετουλάχ Γκιουλέν με έδρα τις ΗΠΑ, τον οποίο η Άγκυρα κατηγορεί ότι ενορχήστρωσε την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016.

Σκανδιναβοί διπλωμάτες λένε ότι ο κατάλογος αυτός παρουσιάστηκε για τελευταία φορά το 2017 και δεν αποτέλεσε αντικείμενο τουρκικών πιέσεων τα τελευταία χρόνια.

Τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης έχουν υποστηρίξει ότι το συριακό παρακλάδι του PKK έχει πραγματοποιήσει συναντήσεις στη Στοκχόλμη που φιλοξενούνται από το σουηδικό υπουργείο Εξωτερικών και το Διεθνές Κέντρο Olof Palme, ένα thinktank που χρηματοδοτείται από σουηδικές ενώσεις.

Η Τουρκία υποστηρίζει, επίσης, ότι το 2019 υποστηρικτές του PKK πραγματοποίησαν διαμαρτυρία σε εμπορικό κέντρο υπέρ του φυλακισμένου ηγέτη Αμπντουλάχ Οτσαλάν και οι σουηδικές δυνάμεις ασφαλείας δεν έκαναν τίποτα για να τους εμποδίσουν.

Δύσκολο να κάνουν πίσω

Ο Eyal δήλωσε ότι θα ήταν δύσκολο για τις σκανδιναβικές χώρες να υποκύψουν στα αιτήματα της Τουρκίας.

«Δεν είναι δυνατόν για καμία από τις δύο χώρες… να αλλάξει την εσωτερική της νομοθεσία σχετικά με την ελευθερία του συνέρχεσθαι» δήλωσε.

«Η Σουηδία ειδικότερα έχει μια ενεργή κουρδική κοινότητα που έχει πολιτική υποστήριξη. Το επεισόδιο αυτό θυμίζει το 2009, όταν ο Ερντογάν είπε πως δεν θα επέτρεπε στον Άντερς Ράσμουσεν να διοριστεί γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, εκτός αν η Δανία έκλεινε έναν κουρδικό τηλεοπτικό σταθμό. Ο Ράσμουσεν διορίστηκε, αλλά ένα χρόνο αργότερα ο τηλεοπτικός σταθμός έκλεισε».

Κάποια αντίστοιχη, παρασκηνιακού τύπου, συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί αυτή τη φορά. Καμία από τις δύο χώρες δεν μπορεί απλά να παραβλέψει το σύστημα ασύλου και η Σουηδία υποστηρίζει ότι δεν διατηρεί ανεξάρτητους καταλόγους τρομοκρατών διαφορετικούς από εκείνους που καταρτίζονται σε επίπεδο ΕΕ.

Ο Eyal εκτιμά ότι ο στόχος του Ερντογάν είναι εξίσου πιθανό να είναι οι ΗΠΑ όσο και η Φινλανδία και η Σουηδία. Η αγορά από την Τουρκία, το 2017, του ρωσικού πυραυλικού αμυντικού συστήματος S-400 οδήγησε στην αποπομπή της Άγκυρας από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35.

Οι πρόσφατες φήμες, που διαψεύστηκαν από τη Μόσχα, ότι ο Βλαντιμίρ Πούτιν μπορεί να επισκεφθεί την Άγκυρα στο εγγύς μέλλον, ήταν πιθανώς ένα ακόμη μήνυμα της Άγκυρας ότι έχει «χαρτιά» να παίξει. Ωστόσο, το διπλό αυτό παιχνίδι του Ερντογάν δεν παύει να δυσαρεστεί πολλά μέλη του ΝΑΤΟ.

Πηγή: The Guardian