Σύνοδος για τη Βιοποικιλότητα: Μπορεί να γίνει καταφύγιο το ένα τρίτο του πλανήτη; (Φώτο)

Οι κρίσιμες διαπραγματεύσεις στο Μόντρεαλ ίσως καθορίσουν την τύχη αναρρίθμητων απειλούμενων ειδών

Με τις ανθρώπινες δραστηριότητες να σαρώνουν τα φυσικά οικοσυστήματα, από τη ζούγκλα του Αμαζονίου μέχρι τους πάγους της Ανταρκτικής, η διεθνής κοινότητα πρέπει επειγόντως να αφήσει ελεύθερο το ένα τρίτο της ξηράς και της θάλασσας σε όλο τον πλανήτη, τονίζουν ειδικοί του ΟΗΕ.

Το αίτημά τους πρωταγωνιστεί στη διεθνή σύνοδο για τη βιοποικιλότητα που πραγματοποιείται στο Μόντρεαλ. Αν η πρόταση εγκριθεί μέχρι το τέλος της συνόδου την επόμενη εβδομάδα, οι κυβερνήσεις θα δεσμευτούν να χαρακτηρίσουν προστατευόμενες περιοχές το 30% της χερσαίας και θαλάσσιας έκτασής τους έως το 2030.

Μια τέτοια εξέλιξη θα διπλασίαζε την έκταση των προστατευόμενων περιοχών στην ξηρά και θα τις υπερτριπλασίαζε στη θάλασσα.

 

Περισσότερες από 110 χώρες, ανάμεσά τους ο Καναδάς, οι ΗΠΑ και η Γαλλία, υποστηρίζουν την πρόταση του ΟΗΕ, γνωστή ως «30X30», αναφέρει το Reuters από τη σύνοδο.

Μέλη της WWF διαδηλώνουν στη σύνοδο του ΟΗΕ για τη βιοποικιλότητα στο Μόντρεαλ (Reuters)

Ένα σκέτο νούμερο δεν αρκεί

Οι υποστηρικτές του φιλόδοξου σχεδίου επιμένουν ότι ο στόχος του 30% παίζει κρίσιμο ρόλο για να αποτραπούν τα χειρότερα. Περισσότερα από ένα εκατομμύριο είδη οργανισμών αντιμετωπίζουν σήμερα κίνδυνο εξαφάνισης, ενώ ο παγκόσμιος πληθυσμός εντόμων συρρικνώνεται κατά 2% τον χρόνο.

Για την επιτυχία της προσπάθειας, όμως, οι λεπτομέρειες παίζουν σημασία.

«Το πρόβλημα, όπως συμβαίνει με όλες αυτές τις διοργανώσεις, είναι ότι οι πολιτικοί ζητούν ένα απλό νούμερο» σχολιάζει ο Στούαρτ Πιμ, βιολόγος του Πανεπιστημίου Ντιουκ στις ΗΠΑ.

Η αλήθεια είναι ότι ποσοστό του 30% δεν προκύπτει από κάποια σαφή επιστημονική εκτίμηση, τονίζει. Στην πραγματικότητα μπορεί να χρειαστεί μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό, ανάλογα για ποια περιοχή πρόκειται.

«Το 30% δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε επαρκές» λέει ο Πιμ. «Μπορούμε να προστατεύσουμε περισσότερη βιοποικιλότητα αν το κάνουμε έξυπνα –αν προστατεύσουμε τις περιοχές που έχουν μεγαλύτερη σημασία».

Οι κυβερνήσεις, εξηγεί, μπαίνουν στον πειρασμό να προστατεύσουν μεγάλες, αραιοκατοικημένες εκτάσεις, οι οποίες όμως είναι συχνά φτωχές σε βιοποικιλότητα, όπως συμβαίνει με την αρκτική τούνδρα ή την Σαχάρα.

Θα ήταν όμως χρησιμότερο να προστατευτούν οι περιοχές υψηλής βιοποκιλότητας ακόμα κι αν φιλοξενούν ανθρώπινους πληθυσμούς ή εξορυκτικές δραστηριότητες.

Για παράδειγμα, η προστασία μιας στενής λωρίδας ωκεανού στο Μεγάλο Κοραλλιογενές Φράγμα της Αυστραλίας, ή της οροσειράς των Άνδεων, θα απέφερε μεγαλύτερα οφέλη από την προστασία μεγάλων χορτολιβαδικών εκτάσεων.

H προστασία του Αμαζονίου θα προσέφερε μεγαλύτερα οφέλη από την προστασία μιας ίσης έκτασης χαμηλής βιοποικιλότητας (Andre Deak / CC-BY-2.0)

«Κανένας αριθμητικός στόχος δεν αρκεί» λέει ο Πιμ. «Αν ήταν να προστατεύσουμε το 50% του πλανήτη, και προστατεύσουμε το πιο αραιοκατοικημένο 50%, δεν κάνουμε πολλά για την προστασία της βιοποικιλότητας».

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο στο κορυφαίο περιοδικό Science, τουλάχιστον το 44% της ξηράς θα έπρεπε να χαρακτηριστεί προστατευόμενη περιοχή για να αποτραπεί η απώλεια οικοσυστημάτων και να βελτιστοποιηθεί η εκπροσώπηση διαφορετικών τοπίων και ειδών. Το πρόβλημα είναι ότι στην έκταση αυτή ζουν 1,8 δισεκατομμύρια άνθρωποι.

Ωστόσο ο στόχος του 30% «μπορεί εύλογα να επιτευχθεί από τις περισσότερες χώρες» λέει ο Χιου Πόσιγχαμ του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ, μέλος της ομάδας που υπέγραφε τη μελέτη.

Εθνικός ή διεθνής στόχος;

Ένα από τα βασικά αγκάθια στη συζήτηση για το 30% είναι το εάν ο στόχος πρέπει να εφαρμοστεί σε παγκόσμιο ή εθνικό επίπεδο.

Η διάκριση είναι σημαντική, καθώς ορισμένες χώρες είναι μικρές και δεν μπορούν να παραδώσουν στη φύση μεγάλες εκτάσεις. Άλλες πάλι χώρες είναι απέραντες και πλούσιες σε βιοποικιλότητα, όπως ισχύει για κράτη με τροπικά δάση όπως η Βραζιλία και η Ινδονησία. Αν αυτές οι χώρες προστάτευαν μόνο το 30% της επικράτειάς τους, οι απώλειες ειδών θα ήταν μεγάλες.

Σήμερα, σχεδόν το 50% της Αμαζονίας βρίσκεται υπό κάποιο καθεστώς προστασίας, οπότε ένας εθνικός στόχος για μόνο 30% θα αποτελούσε στην πραγματικότητα οπισθοδρόμηση.

Ένα άλλο ζήτημα που παραμένει ανοιχτό είναι το τι θεωρείται προστατευόμενη περιοχή. Για παράδειγμα, κάποιες χώρες μπορεί να επιτρέπουν τους ανθρώπινους οικισμούς, κάποιες άλλες να επιτρέπουν ακόμα και τη λειτουργία ορυχείων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση προτείνει να επιτραπούν ελεγχόμενες δραστηριότητες όπως η υλοτόμηση, η εξόρυξη κα η αλιεία στο 20% των προστατευόμενων περιοχών και να επιβληθούν αυστηρότεροι περιορισμοί στο 10%.

Η ιδέα εξόργισε την Greenpeace, η οποία κατηγόρησε την ΕΕ ότι υπονομεύει τον στόχο του 30%.