Ουκρανία: Οδήγησε 3.700 χιλιόμετρα για να βρει την αρραβωνιαστικιά του που βρισκόταν 10 χιλιόμετρα μακριά

Το σπίτι του Σέρχι Μπελιάεφ από την κατοικία της αρραβωνιαστικιάς του, στο Χάρκοβο της Ουκρανίας, απέχει 10 λεπτά με το αυτοκίνητο. Αυτό όμως άλλαξε όταν ήρθε ο πόλεμος

Χρειάστηκαν μόλις λίγες ώρες για να σαρώσουν οι ρωσικές δυνάμεις το χωριό του Μπελιάεφ στις 24 Φεβρουαρίου, καθώς προχωρούσαν προς το Χάρκοβο, την μεγαλύτερη πόλη της Ουκρανίας κοντά στα ρωσικά σύνορα.

Οι ζωές όλων στην Ουκρανία άλλαξαν εκείνο το πρωί. Για τον Μπελιάεφ, η πρώτη γραμμή της μεγαλύτερης σύγκρουσης στην Ευρώπη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χώρισε τον ίδιο από τους γονείς του και την 28χρονη σύντροφό του Ναταλί, σύμφωνα με δημοσίευμα του The Guardian.

Ο αυτοκινητόδρομος που χρησιμοποιούσε έγινε αδιάβατος. Ο Μπελιάεφ αποκόπηκε από τα αγαπημένα του πρόσωπα, ωστόσο η ανησυχία του για την άρρωστη μητέρα του, καθώς και η αγωνία για την τύχη της συντρόφου του, τον όπλισαν με αποφασιστικότητα.

Ο 32χρονος, επαγγελματίας παίκτης πόκερ, σκέφτηκε -και απέρριψε- διάφορα σενάρια, αλλά τελικά συμβιβάστηκε με μια ιδέα που δεν φαινόταν αρχικά ρεαλιστική: Να φτάσει στον προορισμό του, 10 χιλιόμετρα μακριά, έπειτα από μια Οδύσσεια 3.700 χιλιομέτρων.

Όπως εξήγησε, έφτασε στα ρωσικά σύνορα, ακολούθως μέσω Ρωσίας μετέβη στη Λετονία, τη Λιθουανία και την Πολωνία και μετά εισήλθε στη δυτική Ουκρανία, για να προσεγγίσει το Χάρκοβο από τα δυτικά. «Ήταν λίγο τρελό, ναι» ανέφερε σύμφωνα με τον Guardian. Ωστόσο, αποδείχθηκε εφικτό.

Η περιπέτειά του τον έβαλε στα ραντάρ της Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, FSB, η οποία υποψιαζόταν ότι αποκάλυψε ρωσικές θέσεις στον ουκρανικό στρατό. Διέσχισε πόλεις εν μέσω πυρών, πηγαίνοντας αντίθετα στο ρεύμα των προσφύγων. Όπως παραδέχεται, υπήρξαν και στιγμές αμφιβολίας. «Αλλά μόνο για λίγο. Έπρεπε να φτάσω στην αρραβωνιαστικιά μου» συνέχισε.

Η απόφαση για το ταξίδι και τα σημεία ελέγχου

Τις πρώτες μέρες του πολέμου βρήκε καταφύγιο με τον 45χρονο αδερφό του, Γιούρι, στο χωριό Στριλέτσα, που βρισκόταν υπό ρωσική κατοχή και στο οποίο η κατάσταση ήταν πιο ήρεμη. Εκεί άρχισε να μιλά με οικογένειες που ήθελαν να φτάσουν στην Πολωνία. Αν και το αυτοκίνητό του χρειαζόταν επισκευές στα φρένα και το κιβώτιο ταχυτήτων, αποφάσισε να ενσωματωθεί σε μια αυτοκινητοπομπή συνολικά τεσσάρων οχημάτων. Ο αδερφός του αποφάσισε να μείνει πίσω, κρατώντας τον σκύλο της οικογένειας, με τον Μπελιάεφ να φιλοξενεί στο όχημά του ένα ζευγάρι νέων από την περιοχή. Το ταξίδι τους ξεκίνησε στις 4 Απριλίου.

«Μας είχαν πει Ρώσοι στρατιώτες ότι τα σύνορα, ένα χιλιόμετρο μακριά, θα ήταν ανοιχτά. Αλλά δεν ήταν», θυμάται. Όπως ανέφερε, η μόνη επιλογή ήταν να κατευθυνθούν σε μια άλλη συνοριακή διάβαση, 70 χιλιόμετρα μακριά. «Αυτά τα 70 χιλιόμετρα ήταν τα πιο δύσκολα», σημείωσε. «Υπήρχαν πολλά σημεία ελέγχου και, στα μισά του δρόμου, φτάσαμε σε κάποιους Ρώσους στρατιώτες που δεν μας άφηναν να περάσουμε», συνέχισε.

Η αυτοκινητοπομπή αναγκάστηκε να κάνει αναστροφή. Οδηγήθηκε από τους στρατιώτες σε ένα «στρατόπεδο φιλτραρίσματος», όπου πέρασαν από σειρά ανακρίσεων. Όπως ανέφερε, είχε διαγράψει κάθε στοιχείο από το κινητό του τηλέφωνο. «Αν δεν το είχα κάνει, θα ήμουν νεκρός. Δεν κάθισα με τα χέρια στις τσέπες όταν άρχισε ο πόλεμος. Έστειλα θέσεις ρωσικών στρατιωτικών πομπών σε φίλους στις δυνάμεις άμυνας» σημείωσε.

Τελικά, πήραν το «πράσινο φως» για να αναχωρήσουν, αν και υπήρξαν στιγμές που δεν ήταν σίγουροι αν ακολουθούν τον σωστό δρόμο, καθώς χρειάστηκε να περάσουν από χωματόδρομους, δίχως σήμανση. Στο ταξίδι, αντίκρισε μια σχεδόν γκρεμισμένη γέφυρα, την οποία είχε δει να κατασκευάζεται όταν ήταν 10 ετών. Παρά το μεγάλο ύψος, τα οχήματα πέρασαν με τη σειρά από τη μοναδική λωρίδα η οποία στεκόταν σε ύψος 20 μέτρων πάνω από το ποτάμι.

Το πέρασμα στη Ρωσία

Στο επόμενο σημείο ελέγχου, δεν τους σταμάτησαν καν. Η διάθεσή τους ανέβηκε, ωστόσο στάθηκαν άτυχοι όταν το αυτοκίνητό τους έπεσε σε λακκούβα και έπαθε ζημιά στους μπροστινούς τροχούς. Για καλή τους τύχη, αναζητώντας για κάποιο συνεργείο βρήκαν έναν μηχανικό, ο οποίος επισκεύασε σύντομα το αυτοκίνητο. Λίγο αργότερα, έφτασαν στα σύνορα, τα οποία πέρασαν έπειτα από πέντε ώρες αναμονής και ανακρίσεων.

Ο λάθος δρόμος που ακολούθησαν αφού πέρασαν τα σύνορα έκανε καχύποπτους τους Ρώσους στρατιώτες. Ωστόσο, δέχθηκαν τις εξηγήσεις τους. Ο 32χρονος έστειλε μήνυμα στη σύντροφό του, λέγοντας ότι ήταν πιο ασφαλής στη Ρωσία, με εκείνη πάντως να θυμώνει, καθώς ο σκύλος τους είχε μείνει πίσω, μαζί με τον αδερφό του Μπελιάεφ. «Δεν της είπα για το σχέδιό μου να επιστρέψω. Ανησύχησα ότι θα υποκλαπούν οι επικοινωνίες μου» τόνισε.

Καθώς κατευθύνονταν προς το Μπέλγκοροντ, την πλησιέστερη μεγάλη πόλη της Ρωσίας, οι υπηρεσίες ασφαλείας τους ανέκριναν ξανά. Έφτασαν στο Μπέλγκοροντ γύρω στις 5 το πρωί, όπου κοιμήθηκαν στο αυτοκίνητο, έξω από ένα σούπερ μάρκετ. «Αλλά αυτό ήταν εχθρικό έδαφος. Ξέραμε ότι έπρεπε να κοιμόμαστε λιγότερο και να οδηγούμε περισσότερο» ανέφερε.

Πότε αποκάλυψε τα σχέδιά του

Στη συνέχεια, πέρασαν από το Κουρσκ, το Ρόσλαβ, το Σμόλενσκ. Στις 6 Απριλίου, αρκετά εξαντλημένοι πλέον, έφτασαν στα σύνορα με τη Λετονία. Χρειάστηκαν 16 ώρες για να περάσουν τον έλεγχο στα σύνορα. «Αλλά ήταν μια τέτοια ανακούφιση», ανέφερε ο 32χρονος και πρόσθεσε: «Ένιωσα ότι ήμουν και πάλι άνθρωπος με δικαιώματα. Πήρα τη Ναταλί και τους γονείς μου και είπα τα πραγματικά μου σχέδια. Η Ναταλί είπε: “Έχεις την ευκαιρία να μείνεις ασφαλής. Θα πρέπει να μείνεις εκεί γιατί δεν επιτρέπεται στους άνδρες από 18 έως 60 ετών να φύγουν από την Ουκρανία. Μπορούμε να είμαστε μαζί όταν τελειώσει ο πόλεμος”».

Ο Μπελιάεφ δεν είχε χρόνο να σκεφτεί και το ταξίδι συνεχίστηκε. Βρήκε πρόσβαση στο Διαδίκτυο σε ένα κατάστημα McDonald’s στο Κάουνας, στη νότια Λιθουανία, από όπου κάλεσε τους φίλους και τους γονείς του. Μετά την άφιξη τους στη Βαρσοβία, όπου έμειναν για επτά ημέρες, ο Μπελιάεφ κλήθηκε να πάρει μια απόφαση, τη στιγμή που εμφάνισε συμπτώματα COVID-19. Τελικά, είπε στη σύντροφό του ότι θέλει να επιστρέψει.

Η επιστροφή στην Ουκρανία και ή έκπληξη στην οικογένειά του

Στις 14 Απριλίου, στις 2 μ.μ., ο Μπελιάεφ έφυγε από τη Βαρσοβία για τα σύνορα Πολωνίας – Ουκρανίας. Ενσωματώθηκε σε μία ανθρωπιστική αυτοκινητοπομπή, με την οποία έφτασε τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας στο Λβιβ, στη δυτική Ουκρανία. Πολλές οδικές αρτηρίες ήταν κλειστές, ενώ κάθε δρόμος ήταν πλέον επικίνδυνος.

Έφτασε στο Κίεβο το μεσημέρι της 15ης Απριλίου και κοιμήθηκε στο σπίτι ενός φίλου του – σε ένα κρεβάτι για πρώτη φορά έπειτα από 11 ημέρες. Το πρωί της 18ης Απριλίου, έφυγε από το Κίεβο για την Πολτάβα, μια πόλη στα μισά του δρόμου προς τον προορισμό του, όπου έμενε ο μικρότερος αδελφός του. «Ήταν η πρώτη φορά που οδήγησα μόνος μου», σημείωσε και πρόσθεσε: «Μου φάνηκε δύσκολο».

Στην Πολτάβα, πήρε φάρμακα για τους γονείς του και τώρα ήταν καθ’ οδόν προς την πρώτη γραμμή του πολέμου, όπου το χωριό του παρέμεινε αποκομμένο και η μάχη στο Χάρκοβο μαινόταν. Αλλά δεν είχε καμία αμφιβολία. Ήταν ίσως καιρός για μια μικρή έκπληξη.

«Τηλεφώνησα στον πατέρα μου και του είπα ότι ένας εθελοντής ήταν κοντά με προμήθειες, οπότε έπρεπε να κατέβει», σημείωσε. «Και με βρήκε». Οι δύο άντρες αγκαλιάστηκαν, ενώ η μητέρα του δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκριά της. Στη συνέχεια, μόλις 50 μέτρα από το σπίτι της συντρόφου του, τον σταμάτησε η αστυνομία. «Ήταν καχύποπτοι για τις κουβέρτες και την κατάσταση του αυτοκινήτου μου. Ρώτησαν αν κοιμόμουν σε αυτό και γιατί. Μόνο οι σφραγίδες του διαβατηρίου μου τους έπεισαν για την ιστορία μου». Τελικά, όμως, βρήκε ξανά τη σύντροφό του.