Εισβολή στην Ουκρανία: Συγκλονιστικές μαρτυρίες για την κατάληψη χωριών από τους Ρώσους εισβολείς

Όπως δημοσιεύει η εφημερίδα Guardian

Ρώσοι στρατιώτες εκτέλεσαν ανθρώπους, «γάζωσαν» αδιάκριτα κατοικημένα κτίρια, εισέβαλαν σε σπίτια οικογενειών και κατέσχεσαν κινητά και υπολογιστές… Τα παραπάνω αναφέρουν συγκλονιστικές μαρτυρίες από Ουκρανούς που εγκατέλειψαν τα χωριά τους όταν έφτασε σε αυτά ο Ρώσος εισβολέας και τις οποίες δημοσιεύει η εφημερίδα Guardian.

 

Σύμφωνα με το βρετανικό μέσο, online ομάδες που έχουν δημιουργηθεί από συγγενείς και φίλους ατόμων που ζουν στις εμπόλεμες περιοχές λαμβάνουν εκατοντάδες, ή ακόμα και χιλιάδες απεγνωσμένα αιτήματα για πληροφορίες κάθε μέρα.

Ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Μίκολα*, περιέγραψε στην Guardian τι συνέβη όταν οι στρατιώτες έφτασαν στην Αντριίβκα, ένα χωριό κοντά στο Κίεβο. «Πέταξαν χειροβομβίδες στον δρόμο. Ένας άνδρας έχασε το πόδι του και την επόμενη ημέρα αυτό το άτομο πέθανε… Στη συνέχεια κατέβηκαν στον κεντρικό δρόμο και άρχισαν να πυροβολούν τα παράθυρα. Πέτυχαν μια γυναίκα, όμως τα παιδιά της κατάφεραν να κρυφτούν».

Ο Μίκολα ζούσε σε κοντινή απόσταση στο χωριό από το σπίτι του αδελφού του, Ντίμτρο: «Ο αδελφός μου βγήκε από το σπίτι με τα χέρια του σηκωμένα ψηλά. Τον έδειραν και τον εκτέλεσαν στον δρόμο».

Η γυναίκα του Ντίμτρο είδε την εκτέλεση του συζύγου της από το παράθυρο. Σύμφωνα με την ίδια, οι Ρώσοι σκότωσαν και τον γείτονά τους με τον ίδιο τρόπο. Η κόρη του Ντίμτρο, Γιούλια, πιστεύει ότι και οι δύο εκτελέστηκαν επειδή είχαν προηγουμένως βοηθήσει τον ουκρανικό στρατό ως εθελοντές.

Ο Μίκολα είπε ότι ήθελε να θάψει τον αδελφό του, αλλά η σύζυγός του φοβήθηκε ότι θα τους πυροβολούσαν οι Ρώσοι στρατιώτες. «Την επόμενη ημέρα πήγαιναν πόρτα πόρτα και έπαιρναν τα κινητά και τα λάπτοπ του κόσμου». Σε εκείνη τη φάση, στις 3 Μαρτίου, είχε κοπεί το ρεύμα. «Εκείνοι που ήρθαν στο σπίτι ήταν OK. Όμως μας προειδοποίησαν να συγκεντρώσουμε νερό στο κελάρι μας επειδή θα ξεκινούσαν βομβαρδισμοί που θα κρατούσαν 6 ημέρες».

Οι Ρώσοι δεν άφησαν την οικογένεια να θάψει τον Ντίμτρο στο νεκροταφείο, έτσι τον έθαψαν στον κήπο. Λίγο αργότερα, ξεκίνησε το «σφυροκόπημα» με πυρά όλμων.

Στις 8 Μαρτίου ο Μίκολα αποφάσισε να πάρει την οικογένειά του και να φύγει, αφού το χωριό είχε μείνει χωρίς ηλεκτρισμό και τηλεφωνικό σήμα. Η γυναίκα του προσπαθησε να πλησιάσει τους στρατιώτες για να ζητήσει την άδειά τους, αλλά άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα. Οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν, έτσι η οικογένεια αποφάσισε να φύγει χωρίς άδεια. «Καθώς φεύγαμε, άνοιξαν πυρ στο αμάξι παρόλο που είχαμε γράψει «παιδιά» στα παράθυρα με κολλημένα κομματάκια χαρτιού. Προφανώς δεν τους ένοιαζε και τόσο ποιος ήταν μέσα στο αυτοκίνητο», λέει η Γιούλα, ανηψιά του Μίκολα.

Σύμφωνα με την ίδια, ένας άλλος συγχωριανός τους σκοτώθηκε όταν ένας στρατιώτης τον είδε να μιλάει στο κινητό με κάποιον από τον κήπο του. «Το διανοείστε ότι κάποιοι πεθαίνουν απλά και μόνο επειδή καλούν τους συγγενείς τους να τους πουν ότι είναι ζωντανοί;».

Όταν οι Ρώσοι μπήκαν στην Ντρούζνια, ένα άλλο χωριό κοντά στο Κίεβο, έριξαν με τα όπλα τους σε σπίτια, σύμφωνα με τον Σέρχιι που εγκατέλειψε το σπίτι του. «Νομίζω ότι το έκαναν αυτό για να αποτρέψουν τον κόσμο από το να τους επιτεθεί με μολότοφ… Έτσι όλα τα σπίτια στην κεντρική οδό χτυπήθηκαν και κάποιοι άνθρωποι πέθαναν. Στη συνέχεια άρχισαν να πηγαίνουν πόρτα πόρτα. Σκότωσαν μια δασκάλα που ήταν έξω και τάιζε τις κότες της», λέει ο Ουκρανός στη βρετανική εφημερίδα.

«Είπαν στον κόσμο να κάτσει σπίτι του και να μη βγαίνει έξω. Αν μας δείτε, μην κάνετε απότομες κινήσεις και σηκώστε τα χέρια ψηλά» περιγράφει ο Σέρχιι τις «οδηγίες» των εισβολέων.

Στις 10 Μαρτίου οι Ρώσοι συμφώνησαν να ανοίξει ένας ανθρωπιστικός διάδρομος για την εκκένωση κατοίκων της Μποροντιάνκα και των γειτονικών χωριών. Σύμφωνα με τον Σέρχιι, οι βομβαρδισμοί ήταν ακόμη πιο ισχυροί εκείνη την ημέρα. Ο γαμπρός του Σέρχιι πήγε με το ποδήλατό του να ελέγξει αν υπήρχαν Ρώσοι στρατιώτες σε έναν κοντινό χωματόδρομο. Τελικά δεν υπήρχαν, και η οικογένεια διέφυγε μέσα από το δάσος.

Ο 34χρονος Βαλέριι που ζει στο Κίεβο και εργάζεται στο τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού μιας εταιρείας, ήταν στο εξοχικό του στο χωριό Λιπίβκα όταν ξεκίνησε ο πόλεμος. Αφού οι Ρώσοι κατέλαβαν μια γειτονική κωμόπολη, άρχισε να λαμβάνει ανήσυχα μηνύματα από συγγενείς και φίλους κατοίκων που δεν μπορούσαν πια να επικοινωνήσουν μαζί τους. Τα μηνύματα από ανθρώπους που ζητούσαν απεγνωσμένα πληροφορίες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα ολοένα και αυξάνονταν. «Άρχισα να φοβάμαι. Μετά ακούστηκαν πληροφορίες ότι οι Ρώσοι κατέστρεφαν πολυόροφα κτίρια στην Μποροντιάνκα που είχαν κόσμο μέσα με τεθωρακισμένα».

Και το χωριό Λιπίβκα σταμάτησε να έχει ρεύμα και τηλεφωνικό σήμα την 1η Μαρτίου, εξηγεί ο Βαλέριι, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει εν μέσω βομβαρδισμών δύο μέρες μετά.

*Όλα τα ονόματα έχουν αλλαχτεί από την εφημερίδα για ευνόητους λόγους