Εισβολή στην Ουκρανία: Ποιοι είναι οι πολιτικά «τιφόζι» του Πούτιν στην Ιταλία

Τι αναφέρει το Politico

Στη διάρκεια του Μαρτίου, ο ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι απευθύνθηκε μεταξύ άλλων και στο ιταλικό κοινοβούλιο, ή μάλλον στα δύο-τρίτα του.

 

 

Σύμφωνα με το Politico, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι οι σχέσεις που διατηρεί μέρος της ιταλικής δεξιάς, αλλά και τμήμα της ιταλικής αριστεράς με τη Ρωσία, συνεχίζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στα παρασκήνια, με τη μορφή των αντιρρήσεων στις προτάσεις του ιταλού προέδρου, Μάριο Ντράγκι, για την ενίσχυση της Ουκρανίας.

«Κατά της παγκοσμιοποίησης»

Η Μπιάνκα Λάουρα Γκρανάτο, γερουσιάστρια με το κόμμα Alternativa, το οποίο αποτελείται από πρώην μέλη του λαϊκιστικού κόμματος των Πέντε Αστέρων, γνωστή για τις αντιεμβολιαστικές της απόψεις, χαρακτήρισε το ιταλικό κοινοβούλιο «κλίκα δουλοπρεπών» επειδή δέχτηκε τον Ζελένσκι. Ταυτόχρονα, μέσω του καναλιού που διατηρεί στο Telegram, υποστήριξε ότι το ιταλικό κοινοβούλιο θα πρέπει να ακούσει και την άποψη του ρώσου προέδρου, Βλαντίμιρ Πούτιν που «δίνει μια σημαντική μάχη, όχι μόνο για τη Ρωσία, αλλά για όλους μας, ενάντια στην ατζέντα της παγκοσμιοποίησης».

Ο Βίτο Κομεντσίνι, βουλευτής της ακροδεξιάς Λέγκας του βορρά, υποστήριξε ότι θα ήταν «ασεβές» προς τους κατοίκους του Ντονμπάς να ακούσει τον Ζελένσκι, αναφερόμενος στους αυτονομιστές που δρουν στα ανατολικά με την υποστήριξη της Ρωσίας.

Αν και οι ηγέτες των μεγαλύτερων κομμάτων έχουν καταδικάσει ομόφωνα την εισβολή, η υποστήριξη προς την Ουκρανία είναι από τα μέλη τους δεν είναι σε καμιά περίπτωση καθολική, ιδίως στο εσωτερικό του Κινήματος των Πέντε Αστέρων και της Λέγκας, που περιλαμβάνουν και σημαντικές συνιστώσες ρωσόφιλων.

Στην αριστερά, από την άλλη, παρατηρείται η τάση του πασιφισμού και της αναφοράς σε αυτά που οι βουλευτές εντοπίζουν ως ευθύνες του ΝΑΤΟ.

Η στάση των ιταλών πολιτών

Όμως, σημειώνει το Politico, η υποστήριξη προς τη Ρωσία δεν προέρχεται μόνο από το κοινοβούλιο. Το 12% των Ιταλών θεωρεί δικαιολογημένη τη ρωσική εισβολή, σύμφωνα με δημοσκόπηση της SWG, με το ποσοστό να αυξάνεται στο 36% μεταξύ των ψηφοφόρων της δεξιάς.

Από την εισβολή και έπειτα, σχολιαστές στα ιταλικά τοκ σόου έχουν δώσει έμφαση στις ευθύνες που θεωρούν ότι φέρει η Δύση.

Η Ιρίνα Ματβιγίσιν, ουκρανή δημοσιογράφος και ερευνήτρια σε ζητήματα παραπληροφόρησης, δηλώνει σοκαρισμένη που αναγκάζεται να διαψεύσει ισχυρισμούς που διατυπώνονται σε ιταλικά πάνελ σε σχέση με τους νεοναζί στην Ουκρανία. «Η ακροδεξιά έχει μόλις το 2% των ψήφων στην Ουκρανία, πολύ μικρότερο ποσοστό σε σχέση με την Ιταλία», παρατηρεί. Τα ιταλικά ΜΜΕ, υποστηρίζει, έχουν «μεθύσει» από τη ρωσική προπαγάνδα. «Προσπαθούν να δημιουργήσουν μια ισορροπία απόψεων, όμως δεν υπάρχει ισορροπία. Επικρατεί μια παραμορφωμένη ρωσική πραγματικότητα».

Ο Αλεσάντρο Ορσίνι, καθηγητής πανεπιστημίου και ειδικός σε ζητήματα ασφαλείας, δίχασε την Ιταλία όταν η σύμβασή του με κρατικό κανάλι διακόπηκε εξαιτίας της δήλωσής του πως η Δύση θα πρέπει να αφήσει τον Πούτιν να νικήσει στον πόλεμο για να αποφύγει τον πυρηνικό πόλεμο.

Ο Ιβάν Σκαλφαρότο, υφυπουργός εσωτερικών και βουλευτής του κεντρώου κόμματος Viva, επέκρινε την ισόποση προβολή απόψεων που ουσιαστικά αποτελούν προπαγάνδα. «Όλοι έχουν δικαίωμα να εκφράζουν την άποψή τους, όμως δεν θα μιλούσα με την Κου Κλουξ Κλαν», είπε χαρακτηριστικά.

«Αν κάποιος υποτιμά τον πόλεμο, έχει άδικο. Κι αν κάποιος αρνείται την πραγματικότητα, διασπείρει ψευδείς ειδήσεις».

Σχέσεις με βαθιές ρίζες

Οι σχέσεις Ρωσίας και Ιταλίας έχουν βαθιές ρίζες που στηρίζονται σε αιώνες πολιτιστικής, πολιτικής και οικονομικής ανταλλαγής.

Συγγραφείς όπως ο Νικολάι Γκόγκολ και ο Μαξίμ Γκόρκι έζησαν στην Ιταλία, ενώ Ιταλοί ήταν και οι αρχιτέκτονες των παλατιών της Αγίας Πετρούπολης.

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, το ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα, το ισχυρότερο στη Δυτική Ευρώπη, σύναψε ισχυρούς δεσμούς με την ΕΣΣΔ και προώθησε τις ρωσικές σπουδές σε τμήματα πανεπιστημίων ακόμη και σε μικρές ιταλικές πόλεις, δημιουργώντας, σύμφωνα με το Politico, μια νέα γενιά ρωσόφιλων.

Μερίδα της αριστεράς, σωματεία εργαζομένων και πρώην παρτιζάνοι εστιάζουν αυτή την περίοδο περισσότερο στο ρόλο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην παγκόσμια σκηνή, παρά στις ρωσικές πράξεις. Την περασμένη εβδομάδα, ιταλός αρθρογράφος σκοτώθηκε στην Ουκρανία πολεμώντας με την πλευρά των Ρώσων.

Η οικονομική σύνδεση

Υπάρχουν και στενοί οικονομικοί δεσμοί μεταξύ των δυο χωρών που χρονολογούνται στην εποχή της ΕΣΣΔ.

Η ιταλική Fiat δημιούργησε το μεγαλύτερο εργοστάσιο αυτοκινήτων της Σοβιετικής Ένωσης στην πόλη Τολιάτι, που είχε πάρει το όνομα του ιταλού ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος (και σοβιετικού πολίτη, όπως τονίζει το Politico), Παλμίρο Τολιάτι. Η Ρωσία παραμένει σημαντική εξαγωγική αγορά για την Ιταλία, ιδίως για τα μηχανήματα και τα είδη πολυτελείας της.

Ο ρωσικός τουρισμός είναι επίσης σημαντικός για τη χώρα. Η Τοσκάνη, πλέον συχνά χαρακτηρίζεται «Ρουσκάνι» λόγω των πολλών ρώσων τουριστών που υποδέχεται κάθε χρόνο. Οι οικονομικοί δεσμοί των δύο κρατών έγιναν σαφείς και λίγες ημέρες πριν την εισβολή, όταν πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Πούτιν και ιταλών επιχειρηματιών παρά τις διαμαρτυρίες της Ρώμης.

Ο ρόλος του Μπερλουσκόνι

Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, η Ρωσία άρχισε να αναπτύσσει σχέσεις με την ιταλική δεξιά.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, ο πρώην πρωθυπουργός της χώρας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι και ο Πούτιν ανέπτυξαν μια προσωπική φιλία, στηριγμένη σε οικονομικά συμφέροντα.

Αξιοσημείωτο περιστατικό αυτής της σχέσης, το γεγονός ότι ο Μπερλουσκόνι βάφτισε ένα… κρεβάτι στο σπίτι του προς τιμήν του Πούτιν. Ο Μπερλουσκόνι ενορχήστρωσε και τη συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ στη Ρώμη το 2002, που είχε στόχο την αναδιαμόρφωση των σχέσεων μετά την πτώση της ΕΣΣΔ.

Εκείνη την εποχή, η Ρωσία δεν αντιμετωπιζόταν ως εχθρός της Δύσης, και η θέση της Ιταλίας αντανακλούσε μια προσεκτική μακροπρόθεσμη στρατηγική. Όπως είχε δηλώσει ο Άλντο Φεράρι, επικεφαλής του Ρωσικού Προγράμματος στο Ινστιτούτο για τις Διεθνείς Πολιτικές Επιστήμες (ISPI) στο Μιλάνο: «Η Ιταλία είναι αρκετά αδύναμη, χωρίς γεωπολιτικές φιλοδοξίες, επομένως πάντα προσπαθούσαμε να είμαστε μια γέφυρα, σε πολιτιστικό επίπεδο, που να διευκολύνει τις καλές σχέσεις».

Ακροδεξιοί και ευρωσκεπτικιστές

Καθώς οι ακροδεξιοί ευρωσκεπτικιστές κέρδιζαν την υποστήριξη των Ιταλών, ορισμένοι εκφράζονταν ανοιχτά για το θαυμασμό τους για την αποφασιστικότητα και τον αυταρχισμό0 του Πούτιν. Τον αντιμετωπίζουν ως πρότυπο για την αντίθεσή τους στη μετανάστευση, την υποστήριξη των χριστιανικών αρχών, αλλά και ως σύμμαχο στον στόχο τους να υπονομεύσουν την ΕΕ.

Η Λέγκα είναι το κόμμα με τους στενότερους δεσμούς με τον Πούτιν. Η τοπική κυβέρνηση του Βενέτο, που βρίσκεται υπό τη διοίκησή τους, αναγνώρισε την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, ενώ ο ηγέτης του κόμματος, Ματέο Σαλβίνι, έχει εκφράσει μεγάλο θαυμασμό για τον Πούτιν. Η Λέγκα υπέγραψε συμφωνία συνεργασίας με το κόμμα Ενωμένη Ρωσία του Πούτιν, το 2017. Οι δεσμοί αυτοί ντρόπιασαν τη Λέγκα το 2019, όταν μέλη της κατηγορήθηκαν ότι επιδιώκουν παράνομη χρηματοδότηση από τη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι ο Σαλβίνι επέμεινε ότι το κόμμα του «δεν έλαβε ποτέ ούτε ένα ρούβλι».

Η απόφαση του Σαλβίνι να φορέσει μπλουζάκι με το πρόσωπο του Πούτιν και τη φράση «Στρατός της Ρωσίας» στην Κόκκινη Πλατεία το 2014 χρησιμοποιήθηκε εναντίον του τον προηγούμενο μήνα από έναν πολωνό δήμαρχο.

Αλλαγή φρουράς

Αν και στο παρελθόν η Ιταλία αντιμετωπιζόταν ως αδύναμος κρίκος της ΕΕ (ακόμη και μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, η Ιταλία έπαιξε σημαντικό ρόλο στον περιορισμό των ευρωπαϊκών κυρώσεων προς τη Ρωσία), ο τόνος της κυβέρνησης Ντράγκι είναι ιδιαιτέρως δυναμικός.

Στην παρθενική του ομιλία στο κοινοβούλιο, ο Ντράγκι επιβεβαίωσε εμφατικά την υποστήριξή του προς το ΝΑΤΟ μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο, ενώ ευθυγραμμίστηκε άμεσα με τις κυρώσεις προς τη Ρωσία και έσπευσε να αποστείλει όπλα στην Ουκρανία. Η Ιταλία κατέσχεσε περιουσιακά στοιχεία ρώσων ολιγαρχών και ο Ντράγκι παρότρυνε και άλλες χώρες της Ευρώπης να κινηθούν με ταχύτητα. Ανήκει στους μεγαλύτερους υποστηρικτές της ένταξης της Ουκρανίας στην ΕΕ.

«Μόνο με τον Ντράγκι υιοθέτησε τόσο ξεκάθαρη θέση υπέρ του ΝΑΤΟ η Ιταλία», παρατηρεί ο Φεράρι μιλώντας στο Politico. «Ήταν μια έκπληξη για τη Ρωσία. Είναι εμφανές από την πράξη αυτή ότι ο Ντράγκι σπούδασε οικονομικά στις ΗΠΑ».

Η πρόκληση του Ντράγκι

Όμως, σημειώνει το Politico, η πραγματική πρόκληση για τον Ντράγκι είναι να κρατήσει τα κόμματα της κυβέρνησης συμμαχίας στην αντιρωσική γραμμή που τηρούν μέχρι τώρα, καθώς ο πόλεμος και ο πληθωρισμός συνεχίζουν να πλήττουν την ιταλική οικονομία. Οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές, ενώ τα κόμματα κινούνται προς την προεκλογική περίοδο.

Την περασμένη εβδομάδα, το Κίνημα των Πέντε Αστέρων προέβαλε αντιστάσεις σε σχέδια αύξησης των αμυντικών δαπανών από το 1,4% στο 2% επί του ΑΕΠ, καλύπτοντας τις απαιτήσεις του ΝΑΤΟ, γεγονός που ανάγκασε τον Ντράγκι σε συνάντηση με τον ηγέτη του κόμματος, Τζουζέπε Κόντε. Ο τελευταίος, «φλερτάροντας με αριστερά στοιχεία του κόμματός του» κατά το Politico, απαίτησε επιβραδυνόμενη αύξηση, που να αγγίξει το 2% το 2030 ή και αργότερα, αντί των κυβερνητικών σχεδίων για το 2028.

Αν και Ντράγκι εξέφρασε ικανοποίηση για το τελικό αποτέλεσμα, η μάχη αυτή δείχνει ότι το «Ρωσικό κόμμα» της Ιταλίας θα φέρει πολλές ακόμη προκλήσεις, καταλήγει το Politico.