Νέα ανακοίνωση από το Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αλληλεγγύης του ΣΥΡΙΖΑ

ΠΟΙΑ Η ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΔΟΜΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ

Κριτική στη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης ΝΔ και συγκεκριμένα στη θέσπιση του επιδόματος γέννησης, με αναφορά στις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ πάνω στα αντίστοιχα ζητήματα δημοσίευσε το Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας και Αλληλεγγύης του ΣΥΡΙΖΑ.

Αναλυτικά, το περιεχόμενο της ανακοίνωσης έχει ως εξής:

«Από την πρώτη κιόλας νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης της ΝΔ στο χώρο της Κοινωνικής Πρόνοιας – ήδη ξεκίνησε στις Επιτροπές της Βουλής η επεξεργασία του σχεδίου νόμου για τη θέσπιση «Επιδόματος Γέννησης και άλλες διατάξεις» – διαφαίνεται η ήδη εκφρασμένη και από την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2020 πρόθεσή της για μεγάλη περικοπή των δαπανών στον ευαίσθητο χώρο της Κοινωνικής Πρόνοιας. Ταυτόχρονα επαναφέρει εμφατικά τον καθαρά αναχρονιστικό ιδεολογικό της χαρακτήρα αλλοιώνοντας σημαντικές εμβληματικές παρεμβάσεις της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην Κοινωνική Πρόνοια.

Με προκάλυμμα τη θέσπιση του Επιδόματος Γέννησης των 2000 € -ενός κατ’ αρχήν θετικού μέτρου – προχωρεί σε σημαντικές αλλαγές και περικοπές τριών βασικών επιδομάτων (παιδιού, στέγασης και ΚΕΑ) που υλοποίησε η Κυβέρνησή μας δίνοντας μεγάλες ανάσες σε ευρύτατα τμήματα του πληθυσμού.

Κατ’ αρχήν στηρίζουμε το επίδομα γέννησης μια και αποτελεί ένα βοήθημα που αναμφισβήτητα στηρίζει την οικογένεια στην υποδοχή του νέου της μέλους. Και καλωσορίζουμε την Κυβέρνηση στην υλοποίηση στοχευμένης επιδοματικής πολιτικής στο χώρο της Κοινωνικής Πρόνοιας που όμως ταυτόχρονα έχει και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά. Ήταν βασικό γνώρισμα της πολιτικής μας που τόσο συκοφάντησε και λοιδόρησε η Ν.Δ. τα προηγούμενα χρόνια. Όμως θεωρούμε ότι το επίδομα των 2.000 ευρώ πρέπει να δίνεται εφάπαξ με τη γέννηση του παιδιού και όχι σε δύο δόσεις και σε απροσδιόριστο χρόνο.

Επισημαίνουμε με έμφαση ότι το Επίδομα Γέννησης δεν μπορεί να «αποτελέσει ένα από τα νέα θεμέλια της σύγχρονης δημογραφικής πολιτικής της χώρας», όπως διατυμπανίζει η Κυβέρνηση. Το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα της χώρας μας απαιτεί για την αντιμετώπισή του συστηματική μελέτη και συνδυασμένες δράσεις και μέτρα, σαν αυτά που είχε ξεκινήσει η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ την υλοποίησή τους. Όπως τα σχολικά γεύματα, η συνεχής αύξηση των κονδυλίων για τη δωρεάν πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, το επίδομα παιδιού, αλλά και μέτρα ευρύτερα, που δημιουργούν ευνοϊκό περιβάλλον στην απόκτηση και ανατροφή παιδιών: Το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης, το επίδομα στέγασης, η καταπολέμηση της ανεργίας, η αύξηση του κατώτατου και κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, η λειτουργία των Κέντρων Κοινότητας κ.α.

Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε δύσκολες και ασφυκτικές οικονομικά συνθήκες, αύξησε τον γενικό προϋπολογισμό της πρόνοιας από 789 εκ που παρέλαβε το 2015 σε 3,5 δις το 2019 και τις παροχές και επιδόματα για το παιδί από 822 εκ σε 1,4 δις και επιπλέον 300 εκ., για το επίδομα στέγης.

Ανάλογα μέτρα ουδέποτε είχαν υιοθετήσει οι κυβερνήσεις μέχρι το 2015. Σήμερα για την αντιμετώπιση του Δημογραφικού προβλήματος απαιτούνται μέτρα και δράσεις στην κατεύθυνση της σχετικής Έκθεσης της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων που είχε υιοθετηθεί το 2018 από όλες τις πτέρυγες του κοινοβουλίου (πλην ΧΑ και ΚΚΕ).

Αντί όμως η Κυβέρνηση της Ν.Δ. να διατηρήσει και να επεκτείνει περαιτέρω τα υφιστάμενα μέτρα, προωθεί μέσα από τις «λοιπές διατάξεις» του υπό συζήτηση νομοσχεδίου σημαντικό περιορισμό των δικαιούχων του επιδόματος παιδιού, του επιδόματος στέγασης και του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ). Δηλαδή στα τρία βασικά επιδόματα που βοηθούν την οικογένεια και το παιδί και συμβάλουν σε ένα βαθμό στην καταπολέμηση της υπογεννητικότητας στη χώρα μας. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες αυτές οι περικοπές είναι διάφορα αντιεπιστημονικά και κυρίως αναχρονιστικά ιδεολογήματα της συντηρητικής παράταξης. Συγκεκριμένα προβλέπεται:

· Την περικοπή ή διακοπή της χορήγησης των επιδομάτων (παιδιού και στέγασης) αν έστω και ένα από τα παιδιά της οικογένειας επαναλάβει την τάξη λόγω απουσιών. Ένα μέτρο τιμωρητικό, αντιπαιδαγωγικό και αντιεκπαιδευτικό, που προσκρούει στη σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού την οποία έχει κυρώσει και η χώρα μας και καταπατά ευθέως τα δικαιώματα των παιδιών σε αξιοπρεπή διαβίωση, δήθεν υπερασπιζόμενοι το δικαίωμά τους στην εκπαίδευση. Το υπαρκτό πρόβλημα της σχολικής διαρροής αντιμετωπίζεται από τους εκπαιδευτικούς μέσω προγραμμάτων ουσιαστικών παρεμβάσεων ειδικών επιστημόνων (κοινωνικών λειτουργών, ψυχολόγων κ.λ.π.) στα σχολεία και τους δήμους. Τα άρθρα 15, 17 και 29παρ. 4 πρέπει να αποσυρθούν.

· Η περικοπή των επιδομάτων ανάλογα με την καταγωγή των παιδιών. Είναι απαράδεκτο να διαχωρίζονται τα παιδιά ανάλογα με την καταγωγή τους προκειμένου να λαμβάνουν οι γονείς τους τα επιδόματα. Η μόνιμη και νόμιμη διαμονή των γονιών των παιδιών πρέπει να αντιμετωπίζεται ενιαία για το σύνολο των δικαιούχων των επιδομάτων στέγασης και παιδιού. Το δε εφάπαξ επίδομα γέννησης και το ΚΕΑ πρέπει να δίνονται σε όλα τα παιδιά.

· Η μετονομασία του ΚΕΑ σε Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα αλλά και η περικοπή του από τις οικογένειες που τα παιδιά τους επαναλαμβάνουν μια τάξη λόγω απουσιών. Τιμωρεί δηλαδή όλη την οικογένεια και τα υπόλοιπα παιδιά αν υπάρχουν.

Η μετονομασία γίνεται με σκοπό να παραπέμψει στο αποτυχημένο πιλοτικό πρόγραμμα του 2014 για 30.000 δικαιούχους και να οικειοποιηθεί το ΚΕΑ, το οποίο δημιούργησε ο ΣΥΡΙΖΑ δίνοντας 700 εκατομμύρια για 650.0000 συμπολίτες που είχαν αφεθεί στην ακραία φτώχεια και στην τύχη τους μέχρι το 2015. Πρόκειται για τα γνωστά επικοινωνιακά παιχνίδια της ΝΔ για να σβήσει από την συλλογική μνήμη τα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ ενώ ταυτόχρονα οικειοποιείται καινοτόμες πολιτικές που είχαμε υλοποιήσει.

Φοβούμαστε ότι η Κυβερνητική πολιτική θα συνεχίσει τον ολισθηρό δρόμο της συντηρητικής αναδίπλωσης και της δραστικής περικοπής των παροχών της Κοινωνικής Πρόνοιας. Περικοπές που εφαρμόζονται στους πολλούς για να ωφελούνται οι ελάχιστοι των ιδιαίτερα υψηλών εισοδημάτων.

Οι πολίτες πρέπει να αγωνιστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία τόσο για τη διαφύλαξη των κατακτήσεων του Κοινωνικού Κράτους Πρόνοιας που επιτεύχθηκαν τα 5 προηγούμενα χρόνια, όσο και για την περαιτέρω υλοποίηση κοινωνικών πολιτικών που θα συμβάλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος».