Επιστροφή στην κανονικότητα – Η Ελλάδα απαλλάσσεται από την ενισχυμένη εποπτεία του 2018 – Τι θα ανακοινώσει από τη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός

Ολοταχώς για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας - Τι σημαίνει πρακτικά αυτό και ο οδικός χάρτης για τη χώρα

Το καλοκαίρι του 2018 η Ελλάδα έβγαινε από το 3ο μνημόνιο «φορτωμένη» με capital controls, πρόσθετους φόρους στο εισόδημα, στην κατανάλωση και στα ακίνητα, με «κομμένες» συντάξεις και κοινωνικά επιδόματα κι ένα επενδυτικό «κενό» που υπολογίζεται στα 100 δισ. ευρώ.

Παρά τις αιματηρές θυσίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, η Ελλάδα δεν ακολούθησε τον δρόμο των υπόλοιπων χωρών, οι οποίες, αφού πέρασαν την περιπέτεια των μνημονίων, τέθηκαν σε καθεστώς απλής εποπτείας, αλλά μπήκε στον «στενό κορσέ» της ενισχυμένης εποπτείας, πληρώνοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης από τους Ευρωπαίους για το κατά πόσο θα εφαρμοστούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για την αντιμετώπιση χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών και μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Τέσσερα χρόνια μετά, και αφού η χώρα και η οικονομία της όχι απλώς επιβίωσαν από την πρωτοφανή υγειονομική και ενεργειακή κρίση, αλλά επέδειξαν αντοχές που διέψευσαν τις «Κασσάνδρες» και εξέπληξαν θετικά ακόμα και τους πιο αισιόδοξους, βγαίνει από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας. Σήμερα, που το ημερολόγιο δείχνει 20 Αυγούστου 2022, η Ελλάδα επιστρέφει και τυπικά στην ευρωπαϊκή κανονικότητα, καθώς οι Ευρωπαίοι αναγνώρισαν την αποτελεσματική εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, που όχι μόνο θωρακίζουν την οικονομία της χώρας, αλλά ελαχιστοποιούν τους κινδύνους διάχυσης μιας νέας κρίσης στην υπόλοιπη ευρωζώνη.

Εντός της ημέρας αναμένεται και σχετική δήλωση προς το έθνος του πρωθυπουργού, για τη σημασία του σημερινού ορόσημου. Ετσι από σήμερα η Ελλάδα και με τη βούλα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τινάζει από πάνω της τη ρετσινιά του «μαύρου προβάτου» της Ευρώπης. Αυτό που τονίζουν αρμόδιες πηγές είναι ότι τα οφέλη από την επιστροφή στην κανονικότητα είναι πολλά. Κατ’ αρχάς, σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, που οι αγορές ψάχνουν τον «αδύναμο κρίκο», η θέση της χώρας ενισχύεται. Επιπλέον, γίνεται ένα ακόμα σημαντικό βήμα προς τον τελευταίο στρατηγικό στόχο: την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας στο πρώτο εξάμηνο του 2023. Γι’ αυτό ακριβώς οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι οι βαθμοί δημοσιονομικής ελευθερίας που ανακτά η χώρα επ’ ουδενί πρέπει να εκληφθούν ως ευκαιρία για «τυφλές» παροχές, αφού σε μια τέτοια περίπτωση οι αγορές θα μας «τιμωρούσαν» και η επιστροφή στην πλήρη κανονικότητα θα απομακρυνόταν. Ποια είναι τα επόμενα βήματα; Ηδη με την επιστολή Ντομπρόβσκις – Τζεντιλόνι έχει δοθεί το πρώτο ραντεβού, ενώ ακολουθώντας τον «μπούσουλα» των ειδικών κανονισμών που διέπουν την εποπτεία των κρατών-μελών ο οδικός χάρτης για την Ελλάδα διαμορφώνεται ως εξής:

– Τον Νοέμβριο θα γίνει η πρώτη αξιολόγηση και η πρώτη έκθεση με βάση το νέο καθεστώς της μεταμνημνονιακής εποπτείας (Post Programme Surveillance). Επί της ουσίας, θα εξεταστούν οι «ουρές» της ενισχυμένης εποπτείας και θα εκταμιευθεί η τελευταία δόση των 747 εκατ. ευρώ. Μία από τις βασικές εκκρεμότητες είναι η εκκαθάριση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου, κυρίως των συντάξεων, και η έως τώρα επίδοση των υπηρεσιών του ΕΦΚΑ δείχνει ότι δεν θα υπάρξουν αστερίσκοι. Αλλες εκκρεμότητες είναι η δευτερογενής νομοθεσία για την πρωτοβάθμια Υγεία, το νέο σύστημα προμηθειών του ΕΣΥ, η αύξηση των ρυθμίσεων του εξωδικαστικού, η ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης, το Κτηματολόγιο και οι δασικοί χάρτες.

-Παράλληλα με την αξιολόγηση μεταμνημονιακής εποπτείας θα τρέχει και το «χτένισμα» του αιτήματος για τη 2η δόση από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο αναμένεται να υποβληθεί τον Σεπτέμβριο. Επί της ουσίας, από τη στιγμή που το σχέδιο περιλαμβάνει κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις, δράσεις και έργα, οι διαδικασίες αξιολόγησης λειτουργούν για τις Βρυξέλλες ως πρόσθετη ασφαλιστική δικλίδα, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για όλα τα κράτη-μέλη.

 

– Την ίδια ακριβώς περίοδο θα τρέχει και η διαδικασία του ευρωπαϊκού εξαμήνου. Οπως κάθε χρόνο, η Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη οφείλουν να υποβάλουν το αργότερο έως τις 15 Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες το προσχέδιο του Προϋπολογισμού της επόμενης χρονιάς. Ειδικά για φέτος η κατάσταση χαρακτηρίζεται ρευστή, καθώς μπαίνοντας στο φθινόπωρο οι υπουργοί Οικονομικών θα καθίσουν γύρω από το τραπέζι του Eurogroup και θα αποφασίσουν ποιες θα είναι τελικά οι κατευθυντήριες γραμμές για τη δημοσιονομική πολιτική του 2023. Παρά την παράταση της ρήτρας διαφυγής, υπήρχε έως την αρχή του καλοκαιριού διάσταση απόψεων μεταξύ Βορρά – Νότου για το κατά πόσο οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ανοίξουν τα κρατικά ταμεία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης.

– Το αργότερο έως το τέλος του 2022, και αφού ληφθούν οι αναγκαίες αποφάσεις σε επίπεδο Eurogroup ή και Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το πώς θα κινηθούν οι κυβερνήσεις την επόμενη, κρίσιμη χρονιά, η Ελλάδα θα εκπονήσει και θα υποβάλει στις Βρυξέλλες το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο για τα έτη 2023-2026.

– Τον Δεκέμβριο ή το πιθανότερο στις αρχές του 2023 και αφού θα έχει ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη 4μηνη διαδικασία αξιολόγησης του ελληνικού αιτήματος, θα εκταμιευθεί η 2η δόση από το Ταμείο Ανάκαμψης, η οποία δεν θα προσθέσει απλώς νέους πόρους στο αναπτυξιακό-επενδυτικό πλάνο της χώρας, αλλά θα στείλει ένα ακόμα θετικό σήμα στις αγορές, ότι η Ελλάδα δηλαδή παραμένει σταθερά προσηλωμένη στους στόχους και τις δεσμεύσεις της.

– Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2023 και εκτός νέων αρνητικών εξελίξεων στο γεωπολιτικό ή διεθνές οικονομικό πεδίο, εκτιμάται ότι ένας από τους τέσσερις οίκους αξιολόγησης θα ανοίξει την πόρτα για να ανακτήσει η Ελλάδα την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα. Σημειωτέον ότι απαιτείται αναβάθμιση κατά μόλις μία βαθμίδα.

Το νέο καθεστώς

Για πόσο θα παραμείνει, όμως, η Ελλάδα σε αυτό το νέο καθεστώς εποπτείας; Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού 472/2013, τα κράτη-μέλη παραμένουν υπό εποπτεία μετά το πρόγραμμα (δηλαδή το μνημόνιο) εφόσον δεν έχει εξοφληθεί τουλάχιστον το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί από ένα ή περισσότερα άλλα κράτη-μέλη και τον Ευρωμηχανισμό. Η Πορτογαλία, για παράδειγμα, που έμεινε σε μνημόνιο για μόλις τρία χρόνια, μετρά ήδη 15 Εκθέσεις Μεταμνημονιακής Εποπτείας και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, η εποπτεία αυτή θα λήξει το 2035. Για την Ελλάδα, που μπήκε σε τούνελ τον Μάιο του 2010 και βγήκε οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Το βασικό στοιχείο είναι ο όγκος των δανείων που έλαβε η Ελλάδα στη διάρκεια αυτής της 8ετίας. Σύμφωνα με την ανάλυση του ελληνικού χρέους, χρωστάμε:

– Από τα διμερή δάνεια του 1ου μνημονίου: 47,5 δισ. ευρώ.

– Από τα δάνεια του EFSF: 130,9 δισ. ευρώ.

– Από τα δάνεια του ESM: 59,8 δισ. ευρώ.

Οι τελευταίες δόσεις προς τον EFSF είναι προγραμματισμένες για το 2070 και προς τον ESM το 2060. Η εξόφληση του 75% των περίπου 238 δισ. ευρώ από τα παραπάνω δάνεια υπολογίζεται ότι θα έχει γίνει έως το 2058-2059, εκτός αν αποπληρωθούν νωρίτερα τα διμερή δάνεια, όπως δηλαδή έγινε με τα δάνεια του ΔΝΤ.

Τα επόμενα βήματα

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, που οι αγορές ψάχνουν τον «αδύναμο κρίκο», η θέση της χώρας ενισχύεται

Τον Νοέμβριο θα γίνει η πρώτη αξιολόγηση και η πρώτη έκθεση με βάση το νέο καθεστώς και θα εκταμιευθεί η τελευταία δόση των 747 εκατ. ευρώ
Με την αξιολόγηση θα τρέχει και η εξέταση του αιτήματος για τη 2η δόση του Ταμείου Ανάκαμψης
Την ίδια περίοδο, μαζί με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, η Ελλάδα θα υποβάλει το προσχέδιο του Προϋπολογισμού της επόμενης χρονιάς
Εως το τέλος της χρονιάς η χώρα μας θα εκπονήσει και θα υποβάλει το Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο 2023-2026
Δεκέμβριο με αρχές του 2023 θα εκταμιευθεί η 2η δόση από το Ταμείο Ανάκαμψης
Στο πρώτο εξάμηνο του 2023 εκτιμάται ότι ένας από τους τέσσερις οίκους αξιολόγησης θα ανοίξει την πόρτα για να ανακτήσει η χώρα την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα

Εξαγγελίες από τη ΔΕΘ – Το πλάνο 15 μηνών με τρία δημοσιονομικά πλεονεκτήματα

Δεν προβληματίζουν οι προβλέψεις του σχετικού Κανονισμού, π.χ. για την παροχή στοιχείων που αφορούν τους στόχους εσόδων – δαπανών ή για την ευστάθεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς αυτά ούτως ή άλλως προβλέπονται στις διαδικασίες του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, που δεσμεύουν και τις υπόλοιπες χώρες.

Αυτό επισημαίνουν αρμόδιες πηγές από το υπ. Οικονομικών σχετικά με τα δεδομένα του επόμενου διαστήματος. Η πραγματική εποπτεία της Ελλάδας εφεξής θα γίνεται από τις αγορές, οι οποίες ήδη έχουν μπει στον αστερισμό των αυξημένων επιτοκίων.

Η Ελλάδα στην παρούσα φάση έχει το πλεονέκτημα ενός σημαντικού «μαξιλαριού», που αγγίζει τα 40 δισ. ευρώ και επιτρέπει την αποχή από κάθε εκδοτική δραστηριότητα, αν ξεσπάσει πόλεμος με τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Επιπλέον, αν και δεν έχει ανακτήσει ακόμη την επενδυτική βαθμίδα, «ανταμείβεται» για τη συνέπειά της από την ΕΚΤ, η οποία εξακολουθεί να αγοράζει ελληνικούς τίτλους, και μάλιστα πέρα από το πλαίσιο των επανεπενδύσεων. Είναι ενδεικτικό ότι μέσα σε μόλις έναν μήνα, στην καρδιά του καλοκαιριού, αγόρασε ελληνικά ομόλογα 1,089 δισ. ευρώ αξιοποιώντας το νέο «εργαλείο» ευελιξίας.

Υπό αυτή την έννοια, η δημοσιονομική συνταγή, που εφαρμόστηκε με απόλυτη επιτυχία ακόμα και στις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, δεν θα αλλάξει. Η υπεραπόδοση της οικονομίας και οι υπερεισπράξεις εσόδων θα επιστρέφουν στους φορολογουμένους, και ειδικότερα στα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά, είτε με τη μορφή έκτακτων μέτρων στήριξης είτε με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα, όπως οι μειώσεις φόρων και εισφορών. Τον σχεδιασμό αυτό αναμένεται να αναπτύξει και ο πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ, περιγράφοντας το πλέγμα των δημοσιονομικών παρεμβάσεων για τους επόμενους 15 μήνες:

Η Ελλάδα και η οικονομία της όχι απλώς επιβίωσαν από την πρωτοφανή υγειονομική και ενεργειακή κρίση, αλλά επέδειξαν αντοχές που εξέπληξαν θετικά ακόμα και τους πιο αισιόδοξους

– Νέα μέτρα απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος (αυξημένη επιδότηση στο ρεύμα, επιταγή ακρίβειας, αυξημένο επίδομα θέρμανσης, ενδεχομένως νέος γύρος επιδότησης καυσίμων), που θα χρηματοδοτηθούν από τον διαφαινόμενο δημοσιονομικό χώρο, που μπορεί να φτάσει στα 4 δισ. ευρώ έως το τέλος της χρονιάς.

– Μόνιμη κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης σε ιδιωτικό – δημόσιο τομέα και συνταξιούχους από την Πρωτοχρονιά, αυξήσεις 6%-7% στις συντάξεις έπειτα από 12 έτη, νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού (στα 752 ευρώ) με επίσπευση των διαδικασιών, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ο δημοσιονομικός σχεδιασμός για επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023.

 

Δημοσιεύτηκε στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ στις 20/8