Στουρνάρας: Ποιοι οι κίνδυνοι από τον ψηφιακό μετασχηματισμό

Τις προκλήσεις και τους κινδύνους που επιφέρει η ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις τεχνολογικές υποδομές τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας

Τις προκλήσεις και τους κινδύνους που επιφέρει η ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση από τις τεχνολογικές υποδομές τόνισε ο Γιάννης Στουρνάρας, στην τοποθέτησή του στο 7ο Ετήσιο Συνέδριο Κεντρικών Τραπεζών Μεσογειακών Χωρών. Στο επίκεντρο της ομιλίας του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος βρέθηκαν οι ανησυχίες των εποπτικών αρχών για την ψηφιακή χρηματοδότηση, κυβερνοασφάλεια, τα κρυπτοστοιχεία και το decentralised finance.

 

Η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα

«Είναι μεγάλη μου χαρά και τιμή που συμμετέχω στο 7ο Ετήσιο Συνέδριο Κεντρικών Τραπεζών Μεσογειακών Χωρών, που είναι αφιερωμένο στο κρίσιμο θέμα της οικοδόμησης ανθεκτικότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η ανθεκτικότητα είναι καίριο στοιχείο, ιδιαίτερα μάλιστα σ’ αυτούς τους αβέβαιους και δύσκολους καιρούς, που χαρακτηρίζονται από αυξημένο πληθωρισμό σε συνδυασμό με αυξημένα επίπεδα χρέους, αστάθεια στις αγορές και υψηλό ενεργειακό κόστος λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς και εντεινόμενους κινδύνους συνδεόμενους με την κλιματική αλλαγή. Σε αυτό το απαιτητικό περιβάλλον, καλούμαστε να ενθαρρύνουμε την ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών και να στηρίξουμε τις οικονομίες μας με τρόπο που να προωθεί την οικονομική ενοποίηση και την ισχυρή συνεργασία.

Θέμα της ομιλίας μου είναι ένα ζήτημα που έχει προσελκύσει την προσοχή μας τα τελευταία χρόνια, δηλαδή η εξέλιξη της ψηφιακής χρηματοδότησης (digital finance). Πώς έχει επηρεάσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα; Ποια τα οφέλη που έχει αποφέρει παράλληλα με τους σχετικούς κινδύνους; Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουμε σήμερα και ποιες μας περιμένουν στο άμεσο μέλλον; Θα μοιραστώ κάποιες σκέψεις σχετικά με την πιθανή κατεύθυνση πολιτικής που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι κεντρικές τράπεζες και οι ρυθμιστικές αρχές για να ξεπεράσουν αυτές τις προκλήσεις.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όλες σχεδόν οι πτυχές της καθημερινότητάς μας γίνονται όλο και πιο ψηφιακές. Και δεν αποτελεί έκπληξη ότι οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ακολουθούν αυτή την παγκόσμια τάση. Οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες μέσα από ψηφιακούς διαύλους, οι συμμετέχοντες στην αγορά χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες ή υπάρχουσες τεχνολογίες με καινοτόμους τρόπους, τα επιχειρηματικά μοντέλα των υφιστάμενων εταιρειών μετασχηματίζονται και τα δεδομένα γίνονται βασικός μοχλός για την καινοτομία, παράλληλα με τις υποδομές πληροφορικής. Το 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγνωρίζοντας τη σημασία αυτών των τάσεων, δημοσίευσε την Ψηφιακή Χρηματοοικονομική Στρατηγική της (Digital Finance Strategy), με κύριο σκοπό να προωθήσει την ψηφιακή χρηματοδότηση προς όφελος των καταναλωτών και των επιχειρήσεων.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός προσφέρει οφέλη και ευκαιρίες που μπορούν να έχουν θετικό αντίκτυπο στη διασυνοριακή χρηματοπιστωτική και οικονομική ενοποίηση, δημιουργώντας δεσμούς μεταξύ οικονομιών τόσο σε περιφερειακό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο:

• Οικονομικές διαδικασίες όπως οι αλυσίδες εφοδιασμού γίνονται πολύ περισσότερο αποδοτικές. Ορισμένες διαδικασίες που προηγουμένως χρειάζονταν εβδομάδες ή και μήνες μπορούν τώρα να ολοκληρωθούν σε ώρες ή ημέρες. Οι πληρωμές έχουν γίνει πιο γρήγορες, υποστηρίζοντας έτσι την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, ιδίως κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

• Η ψηφιακή χρηματοδότηση μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό και την προσφορά καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών. Οι επιχειρήσεις που εδρεύουν σε μικρότερες χώρες μπορούν να διεισδύσουν στις γειτονικές και στις διεθνείς αγορές και να λάβουν χρηματοδότηση για τις καινοτόμες ιδέες τους.

• Τα οικοσυστήματα χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech) μπορούν να λειτουργήσουν ως εκκολαπτήρια για συνεργασία μεταξύ υφιστάμενων και νεοσύστατων επιχειρήσεων, προς όφελος όλων των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές και πέραν των συνόρων και διευκολύνοντας τις ροές κεφαλαίων.

• Η απομακρυσμένη πρόσβαση στις υπηρεσίες από οπουδήποτε έχει φθάσει σε πρωτοφανές επίπεδο, καθώς άτομα και επιχειρήσεις μπορούν μέσω εφαρμογών να έχουν πρόσβαση σε λογαριασμούς τηρούμενους σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που ενδέχεται να βρίσκονται σε διαφορετική χώρα. Τα app stores των τεχνολογικών κολοσσών, όπως η Apple και η Google, προσφέρουν χρηματοοικονομικά εργαλεία για δανεισμό, αγοραπωλησίες ή συλλογική χρηματοδότηση (crowdfunding), συχνά χωρίς να έχει σημασία πού είναι εγκατεστημένες οι εταιρείες που προσφέρουν τα εργαλεία.

• Η χαμηλότερη ανάγκη για φυσικές υποδομές μειώνει το λειτουργικό κόστος για τις χρηματοπιστωτικές οντότητες, γεγονός που μπορεί να ωθήσει χρηματοδότηση σε νέες πηγές εσόδων διασυνοριακά, καθώς και στην προσέλκυση ταλέντων για εργασία εξ αποστάσεως. Η εξ αποστάσεως εργασία έχει γίνει κανόνας για ορισμένους τύπους χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθιερώνοντας μια κουλτούρα «ψηφιακών νομάδων».

• Οι αναδυόμενες οικονομίες μπορούν επίσης να επωφεληθούν από την ψηφιακή χρηματοδότηση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το μόνο που χρειάζεται για να αποκτήσει κανείς πρόσβαση στις πληρωμές είναι ένας λογαριασμός σε πάροχο κινητής τηλεφωνίας, ο οποίος εξυπηρετεί ακόμη και πολίτες εκτός συνόρων που δεν διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό.

• Τα σταθερά κρυπτονομίσματα (stablecoins), των οποίων η τιμή είναι συνδεδεμένη με ένα περιουσιακό στοιχείο αναφοράς (όπως το δολάριο ΗΠΑ), μπορούν να προσφέρουν πολλά οφέλη, όπως φθηνότερες, ασφαλείς, σε πραγματικό χρόνο και πιο ανταγωνιστικές πληρωμές σε σύγκριση με αυτό που προσφέρεται σήμερα.

• Τέλος, όπως όλοι γνωρίζουμε, ορισμένες κεντρικές τράπεζες διερευνούν το σχεδιασμό και την υλοποίηση ψηφιακού νομίσματος κεντρικής τράπεζας, (central bank digital currency – CBDC), προκειμένου να ενισχυθεί η νομισματική κυριαρχία και να αυξηθούν οι πληρωμές χονδρικής και λιανικής που πραγματοποιούνται με χρήμα κεντρικής τράπεζας. Αφενός, οι συζητήσεις σχετικά με ένα CBDC χονδρικής (wholesale CBDC) περιστρέφονται γύρω από την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών της εκάστοτε κεντρικής τράπεζας για τον διακανονισμό των διατραπεζικών μεταφορών κεφαλαίων και των σχετικών συναλλαγών σε διαθέσιμα κεντρικής τράπεζας, προκειμένου οι συναλλαγές αυτές να γίνουν ασφαλέστερες και πιο αποτελεσματικές. Αφετέρου, το CBDC λιανικής (retail CBDC) μπορεί να επιτρέψει σε ιδιώτες και επιχειρήσεις να διακρατούν χρήμα κεντρικής τράπεζας και να το χρησιμοποιούν για πληρωμές, συμπληρωματικά με τα μετρητά, ενώ επιτρέπει στους παραδοσιακούς φορείς διαμεσολάβησης να προσφέρουν καινοτόμα νέα προϊόντα βασισμένα στο CBDC. Στο μέλλον, τα CBDC μπορεί να συνυπάρχουν ακόμη και με σταθερά κρυπτονομίσματα, όπως ακριβώς τα μετρητά συνυπάρχουν σήμερα με το ιδιωτικό χρήμα που δημιουργούν οι εμπορικές τράπεζες.

Σε αυτό το περιβάλλον όπου οι καινοτόμες τεχνολογίες συνδυάζονται με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε «ψηφιακή χρηματοδότηση», οι ρυθμιστικές και οι εποπτικές αρχές έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν την ομαλή λειτουργίας των αγορών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και να διαφυλάσσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η καινοτομία μπορεί να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ωστόσο, αυτές οι αλλαγές ενδέχεται να δημιουργήσουν νέους κινδύνους ή να ενισχύσουν τους υπάρχοντες. Αυτοί οι κίνδυνοι σχετίζονται με συγκεκριμένες πτυχές των τεχνολογιών ή την εφαρμογή τους, και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να μετριαστούν αποτελεσματικά μόνο με συντονισμένη διασυνοριακή προσπάθεια.

• Πρώτον και κύριον, η μεγάλη εξάρτηση από τεχνολογικές υποδομές επιτείνει τους κινδύνους για την κυβερνοασφάλεια και την προστασία των δεδομένων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ESRB – ΕΣΣΚ) στην έκθεσή του “Mitigating systemic cyber risk” (2022) τόνισε εύστοχα ότι το τοπίο κινδύνων στον κυβερνοχώρο εξελίσσεται διαρκώς, οι επιθέσεις γίνονται όλο και πιο σύνθετες και οι πιθανοί στόχοι συχνά δεν περιορίζονται σε έναν μόνο τομέα ή σε μία μόνο χώρα. Επί του παρόντος, οι αρμόδιες αρχές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων του ΕΣΣΚ, του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) και του ΔΝΤ, διερευνούν την έννοια του «συστημικού κινδύνου στον κυβερνοχώρο» ως πιθανής απειλής για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η οικοδόμηση ανθεκτικότητας απέναντι σε κυβερνοαπειλές, η συνεργατική επίβλεψη και τα πλαίσια διαχείρισης κρίσεων αποτελούν κορυφαίες προτεραιότητες για τις αρχές εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος παγκοσμίως.

• Τα κρυπτοστοιχεία και η αποκεντρωμένη χρηματοδότηση (DeFi — decentralised finance) έχουν επίσης εγείρει ανησυχίες μεταξύ των εποπτικών αρχών σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς, την προστασία των επενδυτών και των καταναλωτών και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η αξιολόγηση της έκθεσης των αγορών και των ιδρυμάτων σε κινδύνους, καθώς και της πιθανής διασυνοριακής μετάδοσης, είναι ένα δύσκολο έργο που απαιτεί εκτεταμένη ενίσχυση των ικανοτήτων παρακολούθησης των κεντρικών τραπεζών.

• Μια άλλη ανησυχία, από την άποψη της διασυνοριακής χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, είναι η υπερβολική εξάρτηση των οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα από περιορισμένο αριθμό τρίτων παρόχων, για σκοπούς εξωτερικής ανάθεσης λειτουργιών ή προμήθειας. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο της μετάβασης κρίσιμων υποδομών και υπηρεσιών στο υπολογιστικό νέφος (cloud), η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κινδύνους συγκέντρωσης, επιχειρηματικής συνέχειας και διακυβέρνησης δεδομένων. Στην περίπτωση που αυτοί οι πάροχοι είναι τεχνολογικοί κολοσσοί ( BigTech) με παγκόσμια εμβέλεια, η συντονισμένη επίβλεψη καθίσταται κρίσιμη.

• Η τεχνητή νοημοσύνη, συμπεριλαμβανομένης της μηχανικής μάθησης, προσφέρει στις χρηματοοικονομικές οντότητες εργαλεία που ενισχύουν τις δυνατότητές τους και παρέχουν εξελιγμένους μηχανισμούς για τη λήψη αποφάσεων και τη διενέργεια προβλέψεων, τον εντοπισμό απάτης και κυβερνοαπειλών, τη διαχείριση κινδύνων, την επίβλεψη της αγοράς και την κανονιστική συμμόρφωση. Ωστόσο, ενδέχεται να δημιουργεί κινδύνους όσον αφορά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και μεροληψία και ανακρίβειες προερχόμενες από τα δεδομένα εισαγωγής. Γίνεται ολοένα πιο φανερή η ανάγκη για μια κοινή προσέγγιση στην αξιολόγηση λύσεων που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη σε ενοποιημένες αγορές.

Ο μετριασμός αυτών των κινδύνων είναι μια συνεχής και σύνθετη πρόκληση για τις ρυθμιστικές αρχές και τις κεντρικές τράπεζες. Θα αναφερθώ ειδικότερα σε τέσσερις προκλήσεις και στο πώς μπορούν να ξεπεραστούν:

Η πρώτη είναι η κατανόηση των βασικών αρχών της ψηφιακής χρηματοδότησης. Προκειμένου να διαμορφώσουμε την πολιτική μας και να εκπληρώσουμε τις εποπτικές και ρυθμιστικές μας αρμοδιότητες, πρέπει να κατανοήσουμε πλήρως και σε βάθος την ψηφιακή χρηματοδότηση και πώς αυτή επηρεάζει τα επιχειρηματικά μοντέλα και τα προφίλ κινδύνου. Αυτό απαιτεί γνώση, εμπειρία και ταλέντο. Οι μηχανισμοί διευκόλυνσης της καινοτομίας, όπως οι κόμβοι καινοτομίας και τα προστατευμένα κανονιστικά περιβάλλοντα (regulatory sandboxes), βοηθούν στην ανάπτυξη των αναγκαίων δυνατοτήτων. Είναι σημαντικό να προωθηθεί η συνεργασία μεταξύ αυτών των μηχανισμών προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Μηχανισμών Διευκόλυνσης της Καινοτομίας (European Forum for Innovation Facilitators – EFIF) και το Παγκόσμιο Δίκτυο Χρηματοοικονομικής Καινοτομίας (Global Financial Innovation Network – GFIN), τα οποία συμβάλλουν στην αμοιβαία πληροφόρηση σχετικά με τη ρυθμιστική αντιμετώπιση των καινοτομιών ψηφιακής χρηματοδότησης και έχουν δημιουργήσει πλαίσια για την πραγματοποίηση διασυνοριακών δοκιμών των συναφών υπηρεσιών.

• Δεύτερον, πρέπει να καλύψουμε τα ρυθμιστικά κενά. Τα κρυπτοστοιχεία και η αποκεντρωμένη χρηματοδότηση, η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και οι κυβερνοαπειλές, έχουν αναδείξει τους περιορισμούς του υπάρχοντος ρυθμιστικού πλαισίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις η νομοθεσία είναι κατακερματισμένη. Σε άλλες περιπτώσεις πρόκειται κυριολεκτικά για ρυθμιστικά κενά. Για παράδειγμα, τα σταθερά κρυπτονομίσματα, τα οποία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην οικονομία στο μέλλον, είναι δυνατόν να αποδειχθούν κάθε άλλο παρά «σταθερά», εφόσον δεν υπάρξει κατάλληλη νομοθετική ρύθμιση. Για να ξεπεράσουμε τις παραπάνω προκλήσεις, πρέπει να προσαρμόσουμε την εποπτική και ρυθμιστική μας προσέγγιση. Οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την πρόταση Κανονισμού για την Ψηφιακή Επιχειρησιακή Ανθεκτικότητα του Χρηματοοικονομικού Τομέα (DORA) και Κανονισμού για τις Αγορές Κρυπτοστοιχείων (MICA) είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα μεταρρύθμισης του θεσμικού πλαισίου με στόχο την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος. Παρόμοιες πρωτοβουλίες έχουν αναληφθεί και σε άλλες επικράτειες. Η εποπτεία των διασυνοριακών οντοτήτων θα απαιτήσει ενισχυμένη παρακολούθηση και συνεργασία σε διεθνές επίπεδο. Η διάθεση πόρων σε αυτή την προσπάθεια είναι ζωτικής σημασίας.

• Τρίτον, πρέπει να αμβλύνουμε τα εμπόδια στην ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών αγορών. Μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την πρόκληση υποστηρίζοντας την ομαλή ενσωμάτωση της ψηφιακής χρηματοδότησης στην οικονομία με βιώσιμους τρόπους. Η διευκόλυνση της δημιουργίας οικοσυστημάτων FinTech σε εθνικό και διεθνές επίπεδο είναι καίριας σημασίας. Κάποιες αρχές επιδιώκουν ήδη αυτόν τον στόχο, ιδίως στην Ασία. Αυτό θα δημιουργήσει αποτελέσματα δικτύου και θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και τις επιτυχημένες συνεργασίες. Η άρση των εμποδίων στις διασυνοριακές πληρωμές, όπως τονίστηκε από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB), η προώθηση στοχευμένων δράσεων από πλευράς εθνικών κυβερνήσεων και η προώθηση της μετάβασης σε «πράσινες» ψηφιακές υπηρεσίες θα συμβάλουν αποφασιστικά στην αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης.

• Τέλος, πρέπει να ξεπεράσουμε τους δικούς μας περιορισμούς όσον αφορά την απόδοση και την προσαρμοστικότητα, για να μπορούμε να συμβαδίζουμε με όλες τις τεχνολογικές εξελίξεις στην αγορά. Για να το κατορθώσουμε, πρέπει να αυξήσουμε το τεχνολογικό μας αποτύπωμα και να ενισχύσουμε τις υποδομές μας. Τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικής τράπεζας (CBDC) δυνητικά θα επιτρέψουν την πραγματοποίηση ασφαλών πληρωμών χονδρικής και λιανικής, επηρεάζοντας έτσι τους πολίτες εντός και εκτός συνόρων. Ο προσεκτικός σχεδιασμός των CBDC και των μοντέλων διανομής τους θα βοηθήσει να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες σχετικά με πιθανή αποδιαμεσολάβηση. Ζητήματα όπως οι πληρωμές μεταξύ διαφορετικών νομισμάτων σε CBDC και η δυνατότητα των ξένων χρηστών να αποκτήσουν πρόσβαση στο εγχώριο CBDC αξίζει να συζητηθούν σε διεθνές επίπεδο. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε σε πρόσφατη έκθεση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), οι γέφυρες ρευστότητας για διασυνοριακές πληρωμές μεταξύ των κεντρικών τραπεζών μπορούν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα του παγκόσμιου αποθέματος ρευστότητας των τραπεζικών ομίλων που δραστηριοποιούνται σε διάφορα νομίσματα και να μειώσουν το κόστος που σχετίζεται με τη διατήρηση αποθεμάτων ρευστότητας σε πολλαπλά νομίσματα. Η αναβάθμιση των υποδομών της αγοράς τις οποίες διαχειρίζονται οι κεντρικές τράπεζες, ενδεχομένως με τη μορφή διαλειτουργικότητας με λύσεις κατανεμημένου καθολικού, μπορεί επίσης να ενισχύσει την υιοθέτηση της ψηφιακής χρηματοδότησης σε ρυθμιζόμενες υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων.

Τέλος, η υιοθέτηση εποπτικής τεχνολογίας (SupTech) θα μας βοηθήσει να εκσυγχρονίσουμε την αλληλεπίδρασή μας με τις εποπτευόμενες οντότητες και να αλλάξουμε ριζικά τις δυνατότητες ελέγχου, επιτόπιου ή μη».