Société Générale: Ένα τεράστιο ενεργειακό σοκ είναι κοντά

Ο άμεσος αντίκτυπος του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία θα φανεί μέσω του αρνητικού σοκ προσφοράς

Η προοπτική ενός τεράστιου ενεργειακού σοκ είναι κοντά, όπως προειδοποιεί η Société Générale.

 

Κατά τη γαλλική τράπεζα, τα χειρότερα θα μπορούσαν να είναι ακόμη μπροστά μας ή θα μπορούσαν να μην έχουν ακόμη αποτιμηθεί – όσον αφορά τόσο στην κλιμάκωση των συγκρούσεων όσο και στο σοκ εμπιστοσύνης στην οικονομία. Σε αυτό, κλειδί θα αποτελέσει η στάση της ΕΚΤ.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η σχετική αλλαγή στην παγκόσμια γεωπολιτική έχουν απομακρύνει τις οικονομικές προοπτικές της ευρωζώνης από τον ρόδινο «πληθωρισμό ανάπτυξης», όπως σημειώνει η τράπεζα. Η ολοένα και πιο έντονη ομαλοποίηση της πολιτικής της ΕΚΤ και η σχετική αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων και των spreads αποτελούν το αισιόδοξο σενάριο της Société, που αφορά την «περιορισμένη σύγκρουση» στην Ουκρανία. Ακόμη και αν αυτό το σενάριο τελικά επικρατήσει, τα πράγματα μπορεί να χειροτερέψουν πρώτα προτού βελτιωθούν, τόσο από την άποψη της κλιμάκωσης των συγκρούσεων όσο και από την άποψη των αρνητικών κλυδωνισμών προσφοράς και εμπιστοσύνης στην οικονομία, όπως προειδοποιεί.

Ο άμεσος αντίκτυπος του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία θα φανεί μέσω του αρνητικού σοκ προσφοράς, λόγω της εκτίναξης των τιμών της ενέργειας και των τιμών των εμπορευμάτων, επισημαίνει η Société Générale. Ωστόσο, έμμεσοι παράγοντες, όπως το σοκ εμπιστοσύνης στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, ή η αστάθεια των χρηματοπιστωτικών αγορών είναι επίσης σημαντικοί. Μακροπρόθεσμα, αποκλείοντας ένα σενάριο μεγάλης κλιμάκωσης των συγκρούσεων, το σοκ πιθανότατα θα επισπεύσει την ενεργειακή μετάβαση στην Ευρώπη, εντείνοντας τις προσπάθειες για μείωση της εξάρτησής της από τη Ρωσία. Φαίνεται επίσης να οδηγεί σε διαρθρωτικά υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες. Αυτό θα σήμαινε συνεχιζόμενη πίεση στις τιμές και λιγότερη μελλοντική δημοσιονομική εξυγίανση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ θα διατηρήσει τη μέγιστη δυνατότητα επιλογών και ευελιξίας, όπως εκτιμά η γαλλική τράπεζα. Συνήθως η απάντηση των κεντρικών τραπεζών σε ένα σοκ στις τιμές της ενέργειας είναι να το εξετάσουν, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό παραμένουν σε γερές βάσεις, δεσμεύοντας για ομαλοποίηση της πολιτικής μόλις το επιτρέψει η εικόνα ανάπτυξης. Έτσι, αντί για τον πληθωρισμό, ο οποίος έχει ήδη εκτοξευθεί στο 5,8% στην Ευρωζώνη, οι προοπτικές ανάπτυξης θα είναι το κλειδί για την τιμολόγηση των αποφάσεων της ΕΚΤ.

Με δεδομένα τα παραπάνω, η γαλλική τράπεζα τονίζει πως δεν αναμένονται πλέον επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων. Το αισιόδοξο σενάριο «περιορισμένης σύγκρουσης», με οικονομικό κόστος περιορισμένο στο 0,5%-0,7% του ΑΕΠ φέτος, θα πρέπει να επιτρέψει στην ΕΚΤ να τερματίσει τις καθαρές αγορές περιουσιακών στοιχείων μετά τον Σεπτέμβριο και να αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια από τον Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους. Ωστόσο, εάν το ενεργειακό σοκ συνεχιστεί ή βαθύνει, θα μπορούσε να είναι υφεσιακό και να απαιτήσει μια πολύ μεγαλύτερης διάρκειας καθυστέρηση στην ομαλοποίηση της πολιτικής της ΕΚΤ. Σε αυτή την περίπτωση, η ΕΚΤ θα συνεχίσει τις αγορές καθαρών περιουσιακών στοιχείων με σχετικά χαμηλό μηνιαίο ποσό, θα προσφέρει επιπλέον μακροπρόθεσμα φθηνά δάνεια TLTRO και θα καθυστερήσει σημαντικά τα σχέδια αύξησης των επιτοκίων.

Από την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, η αγορά μείωσε τις προσδοκίες της για βραχυπρόθεσμες αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ – από δύο σε περίπου μία αύξηση 25 μονάδων βάσης φέτος. Μακροπρόθεσμα, η εκτίμηση για αυξήσεις 100 μ.β έως το 2024 παραμένει – και αυτό είναι σύμφωνο με το αισιόδοξο σενάριο της Société. Όπως επισημαίνει, οι προσδοκίες της αγοράς παραμένουν ευμετάβλητες, επομένως μπορεί να δούμε άλλο ένα κύμα επαναξιολόγησης της πολιτικής της ΕΚΤ από την αγορά.

Πάντως, η Société Générale δεν αναμένει πλέον καμία νέα απόφαση νομισματικής πολιτικής κατά την προσεχή συνεδρίαση της ΕΚΤ την Πέμπτη 10 Μαρτίου, σε αντίθεση με ό,τι εκτιμούσε μετά τη συνεδρίαση της 3ης Φεβρουαρίου. Δεδομένων των νέων αβεβαιοτήτων, η ΕΚΤ είναι πιθανό να διατηρήσει αμετάβλητα τα σχέδιά της και να επαναλάβει το χρονοδιάγραμμα των σταδιακών αγορών περιουσιακών στοιχείων που ανακοινώθηκε τον Δεκέμβριο. Επίσης θα καταστήσει σαφές ότι όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι – ανάλογα με την εξέλιξη της ρωσικής εισβολής και τις οικονομικές εξελίξεις. Επίσης, πιθανότατα θα τονίσει την ευελιξία της στην αντιμετώπιση των οικονομικών συνθηκών και του κατακερματισμού τους στην Ευρώπη.