Κορκίδης: Αναζητά τιμοκαταλόγους αγοράς το εμπόριο λόγω ακρίβειας

Ο ίδιος σημείωσε ότι οι μικρομεσαίοι της αγοράς έχουν αντιληφθεί ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και το επόμενο διάστημα θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο από ακραίες αυξήσεις, αλλά επί του παρόντος δεν αντιμετωπίζουμε διατροφικές ελλείψεις που προβληματίζουν

«Τις τελευταίες εβδομάδες η εγχώρια και ευρωπαϊκή αγορά αναζητά απεγνωσμένα τιμοκαταλόγους αγοράς και πώλησης σε ισχύ, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστεί το κόστος παραγωγής, μεταφοράς, εισαγωγής και αντικατάστασης εξαιτίας των ακραίων ανατιμήσεων». Αυτό ανέφερε σε δήλωσή του ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς Βασίλης Κορκίδης σχολιάζοντας τις εξελίξεις στην αγορά.

 

Ο ίδιος σημείωσε ότι οι μικρομεσαίοι της αγοράς έχουν αντιληφθεί ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και το επόμενο διάστημα θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο από ακραίες αυξήσεις, αλλά επί του παρόντος δεν αντιμετωπίζουμε διατροφικές ελλείψεις που προβληματίζουν. Πρέπει όμως άμεσα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συνεχίζει ο ίδιος, να αξιοποιηθεί κάθε θεσμικό εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας και κάθε διαθέσιμο διαρθρωτικό ταμείο για να αντιμετωπίσουμε την παγκόσμια κερδοσκοπία, εν καιρώ πολέμου.

Αναλυτικά ο κ. Κορκίδης δήλωσε: «Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά, το ενεργειακό και το διατροφικό, αλληλοσυμπληρώνουν ένα τρίτο βασικό χαρακτηριστικό το οποίο έχει να κάνει με την διαμόρφωση της πραγματικότητας στην αγορά, όπου οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλούνται να διαμορφώσουν τις τιμές πώλησης αγροδιατροφικών αγαθών και βιομηχανικών εμπορευμάτων. Η σημερινή πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς είναι οι μεγάλες αυξήσεις, αλλά χωρίς ελλείψεις. Η σωστή μάλιστα διαχείριση με τη παρακολούθηση αποθεμάτων συγκεκριμένων προϊόντων στην αγορά, όπως το αλεύρι και το ηλιέλαιο μπορεί να καλύψει την απότομη αύξηση της ζήτησης, δεν θα δημιουργήσει κενά εφοδιασμού από τις αποθήκες στα ράφια και θα προστατεύσει τον καταναλωτή από αυξήσεις πανικού, υπό τον φόβο ελλείψεων τροφίμων, που δεν υπάρχουν. Τις τελευταίες εβδομάδες η εγχώρια και ευρωπαϊκή αγορά αναζητά απεγνωσμένα τιμοκαταλόγους αγοράς και πώλησης σε ισχύ, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπολογιστεί το κόστος παραγωγής, μεταφοράς, εισαγωγής και αντικατάστασης εξαιτίας των ακραίων ανατιμήσεων.

Η βιομηχανία λόγω δυσεύρετων πρώτων υλών κοστολογεί τη παραγωγή σε ημερήσια βάση και το εμπόριο σε διάστημα εβδομάδας. Οι τιμές εισαγωγής σιτηρών αυξήθηκαν από 45-60%, οι πιέσεις στον δείκτη της βιομηχανίας είναι ισχυρές με αυξήσεις που ξεπερνούν το 32%, ενώ στη γεωργία και κτηνοτροφία το 18%, με τη μεταβολή στις τιμές των τροφίμων να κυμαίνεται από 8-28% και αύξηση σε μηνιαία βάση με μέσο όρο 10%. Η διαμόρφωση της πραγματικότητας από αυτή την δίδυμη απειλή απαιτεί ταχύτητα και ευελιξία αντιδράσεων και μάλιστα λελογισμένων σε κόστος και διάρκεια στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του υπάρχοντος δημοσιονομικού χώρου απαλλαγμένων από την αίσθηση αντίδρασης υπό το κράτος πανικού.

Η πρόσθετη οικονομική στήριξη 1,12 δισ ευρώ στα συνολικά 3,7 δις ευρώ βοηθά σε εθνικό επίπεδο τόσο οριζόντια νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όσο και στοχευμένα 1,4 εκατ. νοικοκυριά και 3,2 εκατ. ευάλωτους πολίτες, αλλά δεν επαρκεί. Τα μέτρα σε μια δεύτερη ανάγνωση αποκαλύπτουν πέραν του κοινωνικού τους χαρακτήρα την στήριξη ολόκληρου του οικονομικού ιστού με τρεις προτεραιότητες την στέγαση με 640 εκατ. ευρώ, την διατροφή με 320, τις μεταφορές με 130 εκατ. ευρώ αλλά και με στοχευμένες επιδοτήσεις σε επαγγελματικές ομάδες της αγοράς. Οι μικρομεσαίοι της αγοράς έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η κατάσταση είναι δύσκολη και το επόμενο διάστημα θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο από ακραίες αυξήσεις, αλλά επί του παρόντος δεν αντιμετωπίζουμε διατροφικές ελλείψεις που προβληματίζουν.

Πρέπει όμως άμεσα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο να αξιοποιηθεί κάθε θεσμικό εργαλείο που έχουμε στη διάθεσή μας και κάθε διαθέσιμο διαρθρωτικό ταμείο για να αντιμετωπίσουμε την παγκόσμια κερδοσκοπία, εν καιρώ πολέμου. Οφείλουμε να επιμείνουμε με τεκμηριωμένες προτάσεις στην κατεύθυνση αποτελεσματικής και άμεσης κεντρικής ευρωπαϊκής παρέμβασης για την αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου με ενισχύσεις που δεν θα «γραφτούν» στα ελλείμματα των χωρών-μελών.

Η Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της ΕΕ στις 24-25 Μαρτίου οφείλει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, να πάρει αποφάσεις, να ανοίξει τους δημοσιονομικούς χώρους, να δώσει ανάσα και να αντιμετωπίσει ενιαία τις ασύμμετρες απειλές μιας κατάστασης η εξομάλυνση της οποίας φαίνεται ότι θα απαιτήσει όλον τον χρονικό ορίζοντα του τρέχοντος έτους και βεβαίως υπό την προϋπόθεση ότι ο πόλεμος δεν θα κλιμακωθεί περαιτέρω, αλλά θα δώσει σύντομα την θέση του από τα όπλα στη διπλωματία και την ειρήνη, που όλοι επιθυμούμε.»