Αθήνα: Ομοφοβικές επιθέσεις στη χθεσινή πορεία μνήμης για τα θύματα του τρομοκρατικού χτυπήματος στο Όσλο

Τα χυδαία ομοφοβικά συνθήματα που τους φώναζαν

Πορεία μνήμης για τα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης στο Όσλο, μια μέρα πριν πραγματοποιηθεί το Pride στη Νορβηγία, πραγματοποίησαν την Πέμπτη στο Σύνταγμα ακτιβιστές.

 

 

Ωστόσο, οι συγκεντρωθέντες ήρθαν αντιμέτωποι με την οργή ομοφοβικών οι οποίοι επιτέθηκαν στην πορεία μιλώντας μάλιστα και με χυδαίο τρόπο.

Συγκεκριμένα, όπως ανάρτησε στον λογαριασμό του στο Facebook ο ακτιβιστής Γιώργος Κουνάνης, ομάδα έξι ατόμων βρέθηκαν μπροστά από τη Βουλή φωνάζοντας στους ακτιβιστές ότι «οι γκέι οι παράνομοι» και πως «οι γκέι έχουν πεθάνει».

Η ανάρτηση:

30/06/2022 μια ad hoc συνέλευση καλεί σε πορεία μνήμης για τα ΛΟΑΤΚΙ+ αδέρφια μας που θανατώθηκαν και τραυματίστηκαν άδικα στο Όσλο από ΛΟΑΤΚΙφοβικό εγκληματία μίσους.
Η πορεία μνήμης έμελλε να μαζέψει μερικά ήδη ευαισθητοποιημένα άτομα.
Όμως, αυτή η πορεία έμελλε εν τέλει να γίνει κάτι πολύ παραπάνω από τα συμμετέχοντα, τα κεριά και τις σημαίες.
Ήταν πορεία για το Όσλο, αλλά στο εκεί και στο τότε, στο εδώ και στο τώρα, ήταν και είναι μια πορεία για εμάς. Πιο σχετική από ποτέ.
Εξηγούμαι παρουσιάζοντας τα όσα έγιναν όσο πιο αναλυτικά μπορώ (bear with me):
Μερικά πήγαμε πιο νωρίς από τις 19:30 που έλεγε το κάλεσμα. Μόλις συναντήθηκαν βλέμματα, επιβεβαιώσαμε συγκυρία πορείας μνήμης, χαιρετηθήκαμε, ενώσαμε δυνάμεις, πένθη και τραύματα και υψώσαμε ΛΟΑΤΚΙ+ σημαίες για να μας βρουν κι άλλες.
Αμέσως, έσκασε νεαρός σκεϊτάς και μας ζήτησε μια σημαία ουράνιο τόξο για να κάνει »πόζες με το σκέιτ». Σε ανύποπτη στιγμή, την πήρε κι εξαφανίστηκε. Λέω όπα, κακό προμήνυμα! Τον κυνηγήσαμε, πήγαμε σε ομοίους του, είπαμε ένα αγνό WTF? Είπαν »οκέι, αν τον δούμε θα του το πούμε».
Όσο άρχισε να κατηφορίζει στον ορίζοντα ο ήλιος, άλλο τόσο κατηφόριζε η υπερηφάνεια κι η αίσθηση ασφάλειάς μας–σαν χούλα χουπ να πέφτει στον γκρεμό με φόρα και πορεία ανεξέλεγκτη.
Ανεβήκαμε στην κορυφή των γνωστών ‘σκαλακίων’, στην πλάτη η Βουλή, μπροστά μας η πλατεία ξεχυμένη να μας κοιτάει χωρίς να μας »βλέπει». Μας κοιτούσαν όμως και κάτι συμμορίες από καγκούρια, ήταν δεν ήταν 15 ετών, που μύριζαν από μακριά εύθραυστη αρρενωπότητα αλλά εμείς ήμασταν οι εαυτές μας με τις σημαίες να ανεμίζουν τόσο γλαφυρά.
Ήρθαν γνωστοί, άγνωστες, σέλφις ήθελαν με τις σημαίες. Όσες δεν ήξεραν, ρωτούσαν γιατί ήμασταν εκεί. Γλυκούλικα και συνηθισμένα αλλά όχι για πολύ.
6 καγκούρια-κτήνη ανέβηκαν τα σκαλιά με συμμορίτικη μανία και μας πλησίασαν με απειλητική σωματική ενέργεια και ύφος. Άρχισαν να ρωτούν και να στοχοποιούν: »τί είναι αυτή η σημαία;», »είναι των γκέι;», »εσύ είσαι γκέι;», »σου αρέσει να τον παίρνεις;» »να τρως ψ@@@ς;’’. Κάποια από εμάς απαντούσαν. Το κλίμα ήταν φρικαρισμένο, οριακά μας είχαν περικυκλώσει ενώ όλα τα συμμετέχοντα ήμασταν σε θέση παγώματος, άμυνας κι επίθεσης που φάνταζε να μην τελειώνει. Άρχισαν να μας τραβάνε τις σημαίες. Δήλωναν »αφού οι γκέι είναι παράνομοι», »οι γκέι έχουν πεθάνει», »τί θέλετε εδώ με αυτήν τη σημαία;’’, »να φύγετε». Μας τραβούσαν τις σημαίες. Εμείς είχαμε όμως βγάλει ρίζες, ρίζες από ατσάλι που τρέφονταν από όλες όσες πέρασαν πριν από εμάς και όλα τα συναγωνιστόνια που θα ακολουθήσουν. Ακούνητα κι αγέρωχες συνεχίσαμε την αντίσταση και τη διεκδίκηση δημόσιου χώρου–ΑΥΤΟ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΓΙΝΟΤΑΝ Η ΠΟΡΕΙΑ IN THE FIRST PLACE.
Μόλις όμως άρχισαν να απειλούν με φράσεις όπως ‘’θα σας γαμήσουμε’’, ‘’θα σας σκοτώσουμε’’ κι έκαναν κινήσεις εκφοβισμού με απειλές ευθείας σωματικής βίας, κάλεσα το 100. Ένιωσα ότι ήταν το έσχατο »καταφύγιο’’–για να διαψευστώ όμως σχεδόν αμέσως.
19:51 ήταν η πρώτη μου κλήση, εγώ σε πανικό, με τους κακοποιούς σχεδόν πάνω από τους λαιμούς μας, να ζω τρομοκρατικό δράμα λέγοντας στον αστυνομικό της »άμεσης δράσης» πως μας απειλούν με σωματική και λεκτική βία ομοφοβικοί κακοποιοί. Ζήτησα να έρθουν γρήγορα, μου έκανε περίεργες ερωτήσεις ενώ φαινόταν πως αδιαφορούσε για την επιτακτικότητα του κινδύνου. Είπε πως έδωσε σήμα κι έρχονται. Δέκα λεπτά μετά, το απόλυτο τίποτα ενώ οι επιθέσεις δεν είχαν σταματημό. Ξανακάλεσα. Ο αστυνομικός μου είπε πως το βλέπει καταγεγραμμένο και πως έρχονται: »Κάντε υπομονή και πάρε τον φίλο σου και πηγαίνετε σε μια διμοιρία εκεί κοντά». Έμεινα κόκκαλο. Του είπα: ‘καταλαβαίνετε πως μέχρι τώρα θα μας είχαν σκοτώσει;’. Τίποτα. Το απόλυτο τίποτα. Αυτά είχε να μου/μας πει και να πράξει η »άμεση δράση’’. Κάλεσαν κι άλλα παιδιά το 100 εκφράζοντας το κατεπείγον. Απαξίωση. Αστυνομική απαξίωση. Κρατική απαξίωση. Τη στιγμή, το δευτερόλεπτο που τους έχεις τη ΜΕΓΙΣΤΗ ανάγκη, είναι αλλού, ίσως σε κάποιο παράθυρο να παραπονιούνται ότι δεν τους θέλουμε στο πράιντ.
35, σχεδόν 40 λεπτά αργότερα ήρθαν δύο μηχανές με τέσσερις αστυνομικούς της ΔΙΑΣ στο κάτω μέρος των σκαλακίων και κόρναραν. Μερικά από εμάς κατέβηκαν και μίλησαν μαζί τους. Δεν έδειξαν πρόθεση να κάνουν τίποτα κι οι κακοποιητές είχαν πλέον φύγει.
Άλλα όμως καγκουροειδή που είχαν μείνει στα σκαλάκια πάνω, κάθησαν και παρατάχθηκαν δίπλα μας προσπαθώντας έμμεσα να μας σπρώχνουν στη γωνία καταλαμβάνοντας συνεχώς περισσότερο χώρο. Φαινόταν να είχαν ερεθιστεί από την παρουσία της αστυνομίας και μας προκαλούσαν με λήψη φωτογραφιών και πάλι ρωτώντας για τη σημαία. Ένας, ερχόμενος απο πίσω επιθετικά, ρώτησε πάλι για τη σημαία και μας ενεκάλεσε κιόλας πως: »δε σας βλέπω να έρχεστε στις πορείες μας για τα εθνικά, μόνο εδώ σας βλέπω»(!).
Οι ΔΙΑδες αφού τους το ζητήσαμε προσέγγισαν μερικούς από τους καινούργιους ταραξίες έτσι να το παίξουν ότι έκαναν δουλειά. Δε φάνηκε να καταφέρνουν και πολλά με την επιβολή του νόμου και με την προστασία μας κι αποχώρησαν. ‘To serve and to protect’, μη χέσω.
Μετά, ανάψαμε κεριά που έσβηναν από τον αέρα. Ανεμίζαμε τις σημαίες κι ανεβήκαμε τη Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι τη Νορβηγική πρεσβεία. Κόσμος στον δρόμο μας χαιρετούσε και μας χειροκροτούσε. Λέγαμε όπου μπορούσαμε ότι κάνουμε μνημόσυνο για τα θύματα στο Όσλο.
Δύο μηχανές ΔΙΑΣ μας ακολουθούσαν με creepy τρόπο. Απειλητικά ή προστατετικά; Δεν ήμασταν σίγουρα–spoiler alert: χεστήκανε για την ασφάλειά μας. Όταν φτάσαμε στην πρεσβεία οι ΔΙΑΣ μας ρώτησαν αν έχουμε σκοπό τη διαμαρτυρία κι αφού ενημερώσαμε, έφυγαν κι έμειναν κάτι ασφαλίτες.
Πήραμε άδεια από την πρεσβεία, ήρθαν περαστικοί μαζί μας, ανάψαμε κεριά, κρατήσαμε ενός λεπτού σιγή και νιώσαμε γι’αυτό το ολόκληρο λεπτό, το λεπτό αιωνιότητα που δε χρειάζεται χρονόμετρο, νιώσαμε πως είναι να βλέπεις τη ζωή σου να περνάει μπροστά σου, πως είναι να μη νιώθεις ασφάλεια ούτε στο πιο καλά »φυλασσόμενο» μέρος της Ελλάδας. Αναδράμαμε στο πως ένα ή μερικά γεμάτα μίσος όντα μπορούν να σου ανατρέψουν τον κόσμο σου σε μια στιγμή ενώ οι άλλες, οι κάθε »άλλες», ακόμη κι οι εντεταλμένες ‘’άλλες’’, απλά θα πουν »δεν ήξερα, δεν είδα, δεν πρόλαβα» και θα κοιμηθούν σαν πουλάκια ενώ κλίκαραν ένα φέικ ‘going’ σε ένα fb event κι έστειλαν διαδικτυακές καρδούλες.
ΥΓ1: Εννοείται πως έχουμε ξεκινήσει τις απαραίτητες διαδικασίες για να διωχθούν όλοι όσοι πρέπει.
ΥΓ2: Μετά από μια τέτοια ιστορικών διαστάσεων νύχτα, αυτά που με κρατάνε και θα θυμάμαι για πάντα: η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα, η έγνοια, η αλληλοπροστασία, το ασίγαστο κι αδιαπραγμάτευτο θάρρος συντροφιών κι εκείνο το παιδί, ο άλλος σκεϊτεράς-φίλος αυτού που μας έκλεψε τη σημαία. Αυτό το παιδί που ήρθε λίγο μετά με τη σημαία ανά χείρας και μας την επέστρεψε λέγοντας: ‘’του είπα πως δεν ήταν καλό αυτό που έκανε’’.
Αυτά μου δίνουν ελπίδα. Αυτά ξανα-ανάβουν τη φωτιά μου.❤️