Θεσσαλονίκη: «Πέθανε στις 2 τα ξημερώματα, τον βρήκαν στις 11:30 το πρωί», λέει ο αδερφός του 43χρονου

«Δεν του πήραν καν την πίεση ή να του μετρήσουν το οξυγόνο του»

Απαντήσεις στα αμέτρητα ερωτηματικά που έχουν προκύψει αναφορικά με το τραγικό τέλος του 43χρονου Μενέλαου Καμπάκα μέσα στο νοσοκομείο «Παπανικολάου» της Θεσσαλονίκης τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου αναζητούν οι συγγενείς του.

 

Όπως αναφέρει στο protothema.gr ο αδελφός του, Ανδρέας Καμπάκας, ο οποίος περιγράφει τις τελευταίες δυο ώρες της ζωής του άτυχου 43χρονου, κανένας δεν περίμενε πως από τους πόνους που αισθανόταν εκείνη την ημέρα στο πόδι του, θα κατέληγε να τον δουν στο νεκροθάλαμο του νοσοκομείου για αναγνώριση.

«Δεν του πήραν καν την πίεση ή να του μετρήσουν το οξυγόνο του. Σε ένα τέτοιο συμβάν θα φαινόταν ο κορεσμός που αισθανόταν. Τα πνευμόνια του δεν γίνεται να γύρισαν τόσο πολύ, όπως λέει ο τεχνικός μας σύμβουλος Δημήτρης Γαλεντέρης, μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Αν έβλεπαν τον κορεσμό θα καταλάβαιναν πως έπρεπε να του δώσουν οξυγόνο».

Το χρονικό του θανάτου του 43χρονου

Όλα συνέβησαν το βράδυ της Παρασκευή 1η Απριλίου, όταν ο Μενέλαος Καμπάκας άρχισε να υποφέρει από πόνους στο πόδι. Αμέσως ειδοποίησε τον αδελφό του Ανδρέα, ο οποίος βρισκόταν εκτός Θεσσαλονίκης.

«Είναι τραγικό όλο αυτό που ζούμε και που έχει συμβεί, διότι ο αδελφός μου έφυγε πραγματικά αβοήθητος, καθώς κανένας δεν του έδωσε σημασία. Κάλεσε ασθενοφόρο για να μεταφερθεί στα επείγοντα και κατέληξε λίγες ώρες μετά, που τον βρήκαν νεκρό, να τον βάλουν μέσα σε μια σακούλα» αναφέρει αγανακτισμένος και προσθέτει: «Ο Μενέλαος αισθάνθηκε αφόρητους πόνους στο πόδι του. Με πήρε τηλέφωνο γύρω στις 22:30 και με ενημέρωσε. Του είπα να καλέσει ασθενοφόρο γιατί ήμουν εκτός εκείνη την ώρα και να πάει στο νοσοκομείο. Όντως στις 23:00 κάλεσε το 166 και μισή ώρα μετά τον παρέλαβαν και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο “Παπανικολάου” γύρω στις 23:45. Εκεί τον εξέτασε ένας χειρουργός και του λέει “είσαι καλά, φεύγεις”. Αυτό σύμφωνα με τα χαρτιά που έχουν την υπογραφή του γιατρού συμβαίνει στις 12:30. Εκείνος όμως πονούσε, ήξερε ότι κάτι δε πάει καλά και του λέει του γιατρού “Δεν φεύγω”. Ο γιατρός αντί να κινήσει τις διαδικασίες και να του κάνει εξετάσεις, θεώρησε σωστό να καλέσει τον σεκιουριτά του νοσοκομείου να τον βγάλει εκτός».

Με τους πόνους να συνεχίζουν να είναι έντονοι ο 43χρονος καταφέρνει να βγει εκτός επειγόντων, ωστόσο αρνείται να φύγει από το νοσοκομείο: «Με τον σεκιουριτά έφυγαν από τα ιατρεία των επειγόντων περιστατικών, όμως ο αδελφός μου δεν ήθελε να φύγει εκτός νοσοκομείου, με αποτέλεσμα να καθίσει σε μια καρέκλα έξω. Τελικά εκεί που καθόταν, πέθανε γύρω στις 2:00 τα ξημερώματα, σύμφωνα με τον τεχνικό σύμβουλο ιατροδικαστή, που έχουμε ορίσει Δημήτρη Γαλεντέρη. Σημασία έχει ότι τον βρήκαν το πρωί της επόμενης ημέρας γύρω στις 11:30 νεκρό. Αναρωτιέμαι τόσες ώρες δεν πέρασε κανένας από εκεί για να τον δει ή κανένας δεν του έδωσε σημασία;»

Ο 43χρονος δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. «O Μενέλαος δεν είχε προβλήματα υγείας, αλλά απ’ ότι φαίνεται τον χάσαμε από θρόμβωση. Ήταν 43 ετών και θα μπορούσε να είχε σωθεί. Εγώ έμαθα τον θάνατό του όταν με κάλεσαν από την αστυνομία για να πάω για αναγνώριση. Μετά από έξι ώρες μας επέτρεψαν να τον δούμε γιατί μετά θάνατον βρέθηκε, λένε, θετικός στον κορωνοϊό. Με χίλια ζόρια μας άφησαν και τον είδαμε και τελικά με χαρτί εισαγγελέα διατάχθηκε εκ νέου η εξέταση για τον ιό. Στο νοσοκομείο δεν ήθελαν να του κάνουν νέα εξέταση, με αποτέλεσμα ο εισαγγελέας να διατάξει την απομάκρυνση του από το νοσοκομείο. Στη νέα εξέταση που του έγινε πέντε μέρες μετά προέκυψε πως δεν είχε κορωνοϊό».

Όπως εξηγεί ο Ανδρέας Καμπάκας, ο 43χρονος δεν είχε προλάβει να δημιουργήσει δική του οικογένεια, ενώ λάτρευε την φύση: «Δεν είχε δική του οικογένεια αλλά ήμασταν συνεχώς μαζί. Εργαζόταν για μένα, τον είχα κοντά μου. Του άρεσε να παίρνει το ποδήλατο του και να πηγαίνει στο βουνό να κάθεται. Ήταν άνθρωπος της παρέας, του καλού φαγητού και της φύσης. Δεν αξίζει σε κανέναν αυτό το τέλος».